Πρόσωπα της Εβδομάδας | Απόψεις

0
8


Στέλιος Ράμφος

Σκάβοντας την εθνική ψυχή

Η εκδήλωση ήταν πολιτική, αλλά όχι ακριβώς. Στις πολιτικές εκδηλώσεις δεν βλέπεις το κοινό να κρατάει μανιωδώς σημειώσεις. Στη συζήτηση του Βαγγέλη Βενιζέλου με τον Στέλιο Ράμφο, την περασμένη Τρίτη, ένα μέρος του ακροατηρίου είχε προσέλθει με μαθητική ευλάβεια. Δεν συνέβαινε για πρώτη φορά. Η κρίση άνοιξε το κοινό του Ράμφου. Εχει πια fandom – ένα ποίμνιο θαυμαστών που τον ακολουθεί και τον πιστεύει σαν γιατρό του έθνους.

Οταν λέμε γιατρό, εννοούμε ψυχίατρο. Η ράμφεια διδασκαλία για την κρίση ξεκινά από τη βάση πως ό,τι συζητάμε ως πολιτική παθογένεια –το δημοσιοϋπαλληλικό όνειρο, ο συντεχνιασμός, οι πελατειακές σχέσεις– είναι μόνο συμπτώματα. Είναι επιφανειακές εκδηλώσεις μύχιων ρευμάτων της εθνικής ψυχής που έχουν την πηγή τους στον βυζαντινό Μεσαίωνα.

Με ένα λόγο πολύ πιο χαριτωμένο απ’ ό,τι υποδηλώνει το αντικείμενό του, βουτώντας από τη θεολογία στην τσιπρολογία, ο Ράμφος εξηγεί την κρίση ως απότοκη της ψυχικής υπανάπτυξης του έθνους. Η ελληνική κοινωνία, όπως τη βλέπει, είναι ένας πολτός από ανάπηρες ατομικότητες που πάσχουν από αδυναμία συμφιλίωσης με την πραγματικότητα. Που λειτουργούν, όπως λέει, με όρους «θέλω» και όχι με όρους «είναι». Ετσι η σύγχρονη ελληνική ιστορία παρουσιάζεται ως διαρκής παλινδρόμηση. Κάθε εκσυγχρονιστικό κύμα ακολουθείται από ένα εξίσου ισχυρό ψυχοπολιτικό αντιμάμαλο, που ξανατραβάει τη χώρα στην Ανατολή. Αυτό έγινε μετά τον Τρικούπη, μετά τον Βενιζέλο, μετά την ένταξη στην ΕΟΚ, και –φευ!– μετά την ένταξη στην Ευρωζώνη.

Πρόκειται για αφήγηση που δεν λαμβάνει υπ’ όψιν της τα συγγενή φαινόμενα που ταλανίζουν τώρα ακόμη και τις ωριμότερες δυτικές δημοκρατίες. Αν η ευπάθεια στον ανορθολογικό λαϊκισμό οφείλεται μόνο στην ελληνική ιδιαιτερότητα, τότε πώς εξηγεί κανείς το Brexit; Πώς εξηγεί τον Τραμπ; Και αντίστροφα: Αν το έθνος είναι πνευματικώς ανεπίδεκτο για πρόοδο, τότε πώς εξηγείται η επιτυχία του κυπριακού ελληνισμού να ξεπεράσει τόσο επιδέξια τα μνημονιακά εμπόδια;

Είναι τέτοια η εμμονή του Ράμφου με την ψυχανάλυση των ελληνικών ιδιαιτεροτήτων, που καταλήγει σε αυτό που ο Βενιζέλος τού καταλόγισε ως «οριενταλισμό εις βάρος της δικής μας Ανατολής». Καταλήγει να παραγνωρίζει τα χαρακτηριστικά που –ακόμη κι όταν οι ηγεσίες της είναι «ανατολικές»– αγκυρώνουν την Ελλάδα στη Δύση. Προσπαθώντας να γενεαλογήσουν τα δικά τους πάθη, οι συνάδελφοι του Ράμφου στη Δύση ανατρέχουν στις εγγενείς αδυναμίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας που, παρότι ορθολογικά συγκροτημένη, είναι κάθε άλλο παρά θωρακισμένη στα μάγια του πολιτικού τσαρλατανισμού.

Ο ιός δεν είναι ελληνικός. Απλώς η Ελλάδα προσβλήθηκε πρώτη και κινδυνεύει να αναρρώσει τελευταία, γιατί το ψυχικό υπέδαφος που περιγράφει ο Ράμφος ήταν η υποκείμενη νόσος. Είχαμε ανατολισμό. Αρπάξαμε και μετανεωτερική γρίπη.

Λάκης Λαζόπουλος

Από τον Λάκη στον Πολάκη

Δεν έχει πια εκπομπή. Τα γράφει όμως στο μπλογκ του ο Λάκης Λαζόπουλος. Εξηγεί, ας πούμε, γιατί οι Εγγλέζοι φεύγουν από την Ευρώπη: Διότι «δεν αντέχουν την τυραννία που προκύπτει από την παρανοϊκή δημοσιονομική υπεροχή των Γερμανών». Τι πειράζει που οι «Εγγλέζοι» δεν ήταν στην Ευρωζώνη;

Στο σύμπαν του Λαζόπουλου, τα παιδάκια –που υποτίθεται ότι επί ΣΥΡΙΖΑ είχαν πάψει να πεινούν– λιποθυμούν ακόμη από την πείνα. Αλλά δεν φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ. Φταίει ο Σόιμπλε, που είναι «θετός πατέρας του Κυριάκου». Φταίνε οι δανειστές, που είναι «βιαστές». Οι δημοσιογράφοι, που είναι «πουλημένοι».

Από τότε που ο διασκεδαστής διεκδίκησε τη μετάταξή του σε κήρυκα του εθνικολαϊκιστικού μελοδράματος, το ρεπερτόριό του δεν έχει αλλάξει. Είναι το ίδιο καζαντζίδειο ρεπερτόριο που κλαίει για τα βασανάκια του λαού και χύνει χολή για τις «άπονες εξουσίες». Η ίδια χολή. Τα ίδια δάκρυα.

Αν κάτι έχει αλλάξει, δεν είναι τα λαζοπουλικά στερεότυπα – στερεότυπα παλαιοκομμουνιστικής προέλευσης, σύμφωνα με τα οποία οι κυβερνώντες είναι πάντα μακιαβελικά τέρατα, εκτός αν οι κυβερνώντες είναι δικοί μας. Αν έχει κάτι αλλάξει είναι η πλατεία.

Η ίδια η πορεία του Λαζόπουλου, παράλληλη με την πορεία της εξουσίας που προετοίμασε, αποτυπώνει την αλλαγή: Από επιδραστικότατος τηλεαστέρας, μοναχικός μπλόγκερ. Από ιεράρχης της εθνικής αγανάκτησης, παλαιοημερολογίτης μιας παρωχημένης κλάψας.

Οπως η εμφυλιακή μισαλλοδοξία εξέπεσε από το προεδρείο της Βουλής στο εξωκοινοβουλευτικό περιθώριο, όπως οι δραχμιστές επέστρεψαν στα προμνημονιακά τους μεγέθη, έτσι και ο Λαζόπουλος: Ούτε το παλιό του κοινό, που τον ήξερε ως κωμικό, μπορεί να διασκεδάσει. Ούτε το νέο του κοινό, που τον ακολούθησε ως προπαγανδιστή, μπορεί πια να συγκινήσει πολιτικά.

Το εύκολο συμπέρασμα είναι ότι ο λόγος που υπηρέτησε ο Λαζόπουλος απονομιμοποιήθηκε. Τον απονομιμοποίησαν αυτοί που αναδείχτηκαν εξαιτίας του. Το είδος δεν έχει χάσει, βέβαια, την απήχησή του. Απλώς δεν χρειάζεται τη λαζοπουλική σκηνοθεσία. Δεν έχει ανάγκη το επιθεωρησιακό άλλοθι. Δεν χρειάζεται καν το τηλεοπτικό στούντιο, γιατί μπορεί και αρθρώνεται –πιο άμεσα, πιο ωμά– εκεί που έχει καταργηθεί η απόσταση μεταξύ του περφόρμερ και του κοινού του: στο πεδίο των κοινωνικών δικτύων.

Ως αισθητικό και πολιτικό προϊόν, ο Λαζόπουλος εξαναγκάζεται σε αποστρατεία από το είδος μετατηλεοπτικού κράχτη που ο ίδιος βοήθησε να διαπλαστεί. Αν θέλει κανείς να γεμίσει το ρεζερβουάρ της μνησικακίας του, δεν χρειάζεται πια να αναζητήσει τον Λάκη. Μπορεί να ικανοποιηθεί μένοντας μπροστά στην οθόνη του. Τι να τον κάνεις τον Λάκη όταν έχεις τον Πολάκη; Τι να τον κάνεις, όταν δεν χρειάζεται καμία τέχνη, κανένα «σανίδι», για να γίνεις Λάκης;



Source link

Αφήστε το μήνυμά σας