Πρόσωπα της Εβδομάδας | Απόψεις

0
3


Λουκάς Παπαδήμος

Το βουντού του εξοστρακισμού

Π​​ριν από λίγο καιρό μια μεγάλη γερμανική εφημερίδα επισκέφτηκε τον Λουκά Παπαδήμο στην Αθήνα. Δεν τον είχε αναζητήσει ως παλαίμαχο της ελληνικής κρίσης, αλλά επειδή τον ενέτασσε σε μια πεντάδα συναδέλφων του. Ποιοι ήταν οι υπόλοιποι; Ο Κένεθ Ρόγκοφ, o Πολ Κρούγκμαν, ο Ολιβιέ Μπλανσάρ και ο Μάριο Ντράγκι. Τη δεκαετία του ’70 όλοι τους ήταν φοιτητές του νομπελίστα Robert Solow στο ΜΙΤ. Ολοι τους βρέθηκαν –και οι περισσότεροι ακόμη βρίσκονται– σε θέσεις με τέτοια επιρροή, ώστε να μπορεί κανείς, με μια δόση υπερβολής, να ισχυριστεί ότι η τάξη του Solow κράτησε στην κρίση τα ηνία της παγκόσμιας οικονομίας.

Η δημόσια εικόνα του Παπαδήμου στην Ελλάδα δεν αντανακλά αυτήν τη διεθνή αναγνώριση. Εδώ ήταν ο τεχνοκράτης. Ο τραπεζίτης. Ο εντεταλμένος των Ευρωπαίων. Ο ίδιος φαινόταν να έχει επίγνωση αυτής της δημόσιας εικόνας όταν κλήθηκε να αναλάβει την πρωθυπουργία τον Νοέμβριο το 2011. «Δεν είμαι πολιτικός», είχε πει σχεδόν απολογητικά σε εκείνη τη χαμηλόφωνη, καταπραϋντική δήλωσή του στο πεζοδρόμιο της Ηρώδου Αττικού, μόλις είχε πάρει την εντολή. Δεν είχε έρθει για να γοητεύσει. Είχε έρθει για να κυβερνήσει.

Ο Παπαδήμος δεν ήταν πολιτικός, αλλά σε αυτόν στράφηκε το πολιτικό σύστημα όταν βρέθηκε σε αδιέξοδο – αδύναμο να διαχειριστεί την κρίση που είχε προκαλέσει. Εκείνη την κυβέρνηση δεν την έχουν λοιδορήσει μόνο οι φορείς της ψεκασμένης μισαλλοδοξίας. Την αμφισβήτησαν ως «έκτακτη», «ακραία» και απευκταία λύση ακόμη και εκείνοι που τη στήριξαν. Ηταν εκείνοι που από την πρώτη στιγμή την υπέσκαπταν επειδή δεν την έβρισκαν επαρκώς «νομιμοποιημένη», παρότι είχε την εμπιστοσύνη 255 βουλευτών· παρότι απαρτιζόταν στη μεγάλη της πλειονότητα από πολιτικά στελέχη. Ηταν εκείνοι που προτιμούσαν πρωθυπουργό τον Πετσάλνικο.

Αν κάτι μπορεί να αναγνωρίσει στον Παπαδήμο ακόμη και το υπερκομματικό πλήθος της πάλαι πλατείας είναι ότι τίμησε την εντολή του. Μπορεί το δημαγωγικό βουντού περί χρέους να καταριέται ακόμη το περιεχόμενο αυτής της εντολής, πάντως ο ίδιος ο εντολοδόχος και οι βασικοί υπουργοί του την έφεραν σε πέρας. Αν και βραχύβια, η κυβέρνηση εκείνη πέτυχε. Πέτυχε, αλλά πολιτικά ηττήθηκε. Το βουντού επικράτησε. Από το ’12 και μετά επικράτησε μια τοξική πολιτική κουλτούρα, που εξοστρακίζει τους Παπαδήμους. Κανένας επιτυχημένος Ελληνας δεν έχει λόγο να ρισκάρει το επιστημονικό, επαγγελματικό ή πραγματικό του κεφάλαιο σε μια χώρα χωρίς κανόνες. Σε μια χώρα που κινδυνεύει κανείς να σπαταληθεί, να συκοφαντηθεί, να συρθεί στα δικαστήρια. Κινδυνεύει ακόμη και να δολοφονηθεί.

Η κολομβιανή διολίσθηση που έγινε βιαίως αισθητή με την επίθεση κατά του πρώην πρωθυπουργού είχε αναίμακτα ήδη συντελεστεί. Το περίεργο δεν είναι που χτύπησαν τον Παπαδήμο. Μέσα σε αυτό το πολιτικό περιβάλλον, το περίεργο είναι πως δεν τον είχαν ήδη χτυπήσει.

Γιώργος Λάνθιμος

Και απ’ όξω ζωντανοί

​​Ο Λάνθιμος δεν έχει ανάγκη από Λανθιμικούς. Δεν έχει ανάγκη από εκείνους που αισθάνονται καθήκον τους να τον υποστηρίξουν, σαν να τον είχαμε στείλει στις Κάννες για να μας φέρει απόψε την «κούπα» – ένα εθνικό τρόπαιο. Η κουβέντα που άναψε για το αν η τελευταία του ταινία αξίζει ή δεν αξίζει τις χολερικές κριτικές, για το αν είναι ή δεν είναι εθνικώς κομπλεξικό να τρολάρει κανείς την υποψηφιότητά του για τον Χρυσό Φοίνικα, δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο εκτός θέματος. Το θέμα της είναι ένας σκηνοθέτης του οποίου το μόνο ελληνικό χαρακτηριστικό είναι μάλλον το διαβατήριο.

Οι ταινίες του Λάνθιμου δεν ήταν ελληνικές, ακόμη και όταν τις γύριζε στην Ελλάδα, ακόμη και όταν «μιλούσαν» ελληνικά. Τίποτε δεν στοιχειοθετούσε την ένταξή τους στα εθνικά συμφραζόμενα – ούτε τα σενάριά τους, που είχαν ανιστορικό περιεχόμενο· ούτε οι εικόνες· ούτε καν η γλώσσα, που μιλιόταν από πρωταγωνιστές σκηνοθετημένους να την εκφέρουν αυστηρά χωρίς χρώμα, σε «ύφος» GPS: «Σε δέκα μέτρα στρίψτε δεξιά».

Αυτό το ιδίωμα αιφνιδίασε, βέβαια, μεγάλο μέρος της εγχώριας κριτικής – στρατευμένης και αστράτευτης. Για τους στρατευμένους ο Λάνθιμος παραήταν αδογμάτιστος και μεταμοντέρνος. Για τους αστράτευτους παραήταν ντόπιος –δηλαδή εξ ορισμού επαρχιώτης– για να μπορεί να είναι αυθεντικά μεταμοντέρνος.

Ούτε όμως η ξένη κριτική, που γρήγορα ξεχώρισε τον Λάνθιμο, μπόρεσε να τον κατατάξει. Ο ορισμός του «Greek Weird», που του απονεμήθηκε, είναι μη ορισμός. Μαρτυρεί περισσότερο αμηχανία, παρά δυνατότητα ταξινόμησης. Ληξιαρχικά κατέγραφε την καταγωγή του σκηνοθέτη, αλλά καλλιτεχνικά τον άφηνε ανεξήγητο. Τι ήταν αυτό που έβλεπαν; Ηταν σίγουρα αλλόκοτο.

Το πιο αλλόκοτο στον Λάνθιμο –και στον σεναριογράφο του, τον Φιλίππου– είναι ίσως ο τρόπος που απαλλάσσει το συναίσθημα από τον συναισθηματισμό και το στρέφει στον θεατή σαν γυμνό καλώδιο. Είναι όντως παράξενο για ένα δημιουργό, ο οποίος προέρχεται από μια κουλτούρα που κολυμπάει στον συναισθηματισμό, όπως κολυμπάει στο λάδι.

Οι ήρωες του Λάνθιμου σαρκάζουν χωρίς γέλιο. Σπαράζουν χωρίς πόνο. Είναι όπως το λέει εκείνο το τραγούδι του Αττίκ, που ακουγόταν στον «Αστακό»: Από μέσα πεθαμένοι, και απ’ όξω ζωντανοί.

Πώς να μη φρικάρουν οι θυρωροί της σινε-παράγκας; Αν πρέπει οπωσδήποτε να βρουν στον Λάνθιμο κάτι πολιτικό, αν πρέπει κάπως να τον προσαρμόσουν στα σχήματά τους, ας ξαναδούν τον «Κυνόδοντα». Ας τον ξαναδούν για να προσέξουν πώς ο οικιακός ολοκληρωτισμός του πατέρα–δικτάτορα καταστρώνει τη δική του γλώσσα. Η δερμάτινη πολυθρόνα ονομάζεται «θάλασσα». Το πάτωμα ονομάζεται «εκδρομή». «Πληκτρολόγιο» δεν είναι το πληκτρολόγιο. Θα τους φανεί οικείο: Οι λέξεις επιστρατεύονται ως αντίμετρα στα πράγματα.



Source link

Αφήστε το μήνυμά σας