Τι «γυρεύει» ο Ερντογάν στην Αθήνα – Ο αντίκτυπος για την Ελλάδα

26

Είστε 18 έως 85 ετών; Εάν ναι, κάντε κλικ εδώ!

Του Δρ.Κωνσταντίνου Φίλη,

Διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων

Ο Ερντογάν έρχεται στην Αθήνα, τελώντας υπό πίεση. Στο εσωτερικό, η διαμάχη με τους Kεμαλιστές έχει πάρει τον δικαστικό δρόμο, με ανταλλαγή βαριών κατηγοριών μεταξύ των δύο πλευρών, ενώ για μία ακόμη φορά οικονομικές ατασθαλίες και offshore ακουμπούν τον περίγυρο του Τούρκου προέδρου. Φυλακίσεις και διώξεις συνεχίζονται, με την κατάσταση έκτακτης ανάγκης να διατηρείται ώστε να καταπνίγεται κάθε αντίθετη φωνή.

Αυτό έχει προκαλέσει την εν τοις πράγμασι αναστολή του κράτους δικαίου, απομακρύνοντας την Τουρκία θεσμικά από την ΕΕ. Στο μέτωπο Ζάραμπ, οι αποκαλύψεις του τελευταίου σχετικά με τον ρόλο του Τούρκου προέδρου στην παράκαμψη του εμπάργκο έναντι του Ιράν επισκιάζουν τις ήδη δύσκολες σχέσεις με τις ΗΠΑ. Μάλιστα, επιτείνουν την άποψη της πολιτικής ηγεσίας της γείτονος ότι κύκλοι στην Ουάσιγκτον επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση της χώρας. Στο εξωτερικό πεδίο, ΗΠΑ και Ρωσία εξακολουθούν να στηρίζουν τους Κούρδους της Συρίας, με την Άγκυρα να δείχνει εγκλωβισμένη στη μονότονη επανάληψη πως δεν συνομιλεί με τρομοκράτες. Επίσης, η διάθεση εκρίζωσης του δικτύου Γκιουλέν παγκοσμίως, προσδιορίζει (σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό) τις σχέσεις με τρίτες χώρες, δημιουργώντας περαιτέρω επιπλοκές, επί παραδείγματι στις σχέσεις με τις ΗΠΑ.

Είναι δεδομένο πως η Τουρκία έχει ανοίξει πολλά μέτωπα στο εξωτερικό. Όσο αυτά διατηρούνται τόσο αποδυναμώνεται διπλωματικά. Συνεπώς, είναι λογικό να επιζητά το κλείσιμο κάποιων εξ’αυτών. Έχοντας τοποθετήσει τη Δύση απέναντι, (σχεδόν) στο σύνολό της, αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να μετριάσει την παρούσα κατάσταση. Η παρουσία του στην Αθήνα, μόλις η δεύτερη σε κράτος-μέλος της ΕΕ κατόπιν επίσημης πρόσκλησης μετά την απόπειρα πραξικοπήματος, του προσφέρει την ευκαιρία να ξαναπιάσει το νήμα της κλονισμένης σχέσης με την ΕΕ, αναγνωρίζοντας εμμέσως την πιο ευέλικτη (και υποστηρικτική) στάση της ελληνικής κυβέρνησης τον τελευταίο ενάμισι χρόνο.

Μπορεί, δηλαδή, να εστιάσει στα ζητήματα που «δένουν» τα δύο μέρη (προσφυγομεταναστευτικές ροές, αντιτρομοκρατικός αγώνας, οικονομική συνεργασία), αποφεύγοντας να ρίξει λάδι στη φωτιά. Ήδη επιχειρείται από τουρκικής πλευράς η βελτίωση του κλίματος με τη Γερμανία, ενώ επαναφέρει -με διάθεση λύσης- το ζήτημα της απελευθέρωσης των θεωρήσεων βίζας για τους Τούρκους πολίτες. Φαίνεται, λοιπόν, να αποδίδει η άτεγκτη στάση αρκετών κρατών-μελών της ΕΕ έναντι της Άγκυρας, παρά την επιθετική ρητορική της τελευταίας.

Αν, από την άλλη, ο Τούρκος πρόεδρος επιλέξει να κινηθεί συγκρουσιακά απέναντι σε Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον από ελληνικό έδαφος, θα φέρει σε πολύ δύσκολη θέση την Αθήνα, η οποία και θα πρέπει να του απαντήσει ανάλογα, ώστε να μη φανεί ότι αποδέχεται σιωπηλά τις τοποθετήσεις του. Ίσως το σημείο που χρήζει μεγαλύτερης προσοχής είναι αναφορικά με την αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισράηλ από τον Λευκό Οίκο. Ο Ερντογάν είναι εξοργισμένος με αυτή την εξέλιξη και λειτουργώντας ως προστάτης του μουσουλμανικού στοιχείου θα καταφερθεί σε βάρος δύο εκ των στενότερων εταίρων της Ελλάδας, με το ενδιαφέρον να εστιάζεται στην αντίδρασή μας.

Στα ακανθώδη διμερή ζητήματα, καθότι τα πιο «βαριά» (π.χ. Αιγαίο) δεν πρόκειται να μονοπωλήσουν τη συζήτηση, εντοπίζουμε την έκδοση των οκτώ Τούρκων αξιωματικών (οι Τούρκοι χρεώνουν στην ελληνική πλευρά ότι είχε υποσχεθεί την έκδοσή τους και δεν τήρηση τον λόγο της), τη μετακίνηση Τούρκων «αντιφρονούντων» στην Ευρώπη μέσω Ελλάδας, τα αιτήματα ασύλου και έκδοσης που γίνονται σωρηδόν από την Άγκυρα προς χώρες της ΕΕ χωρίς συνήθως απτά αποδεικτικά στοιχεία και τη συγκράτηση των προσφυγομετεναστευτικών ρευμάτων (που εμφανίζουν μεν αυξητική τάση αλλά όχι σε ανησυχητικά επίπεδα, ωστόσο, πλήττουν τα ήδη επιβαρυμένα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου).

Άραγε, θα επιχειρήσει η Άγκυρα να συνδέσει τα παραπάνω, παρότι η ανάσχεση των ροών αποτελεί μέρος σχετικής συμφωνίας (Δήλωσης) με την ΕΕ; Επίσης, χωρίς τη χρονική πίεση των περασμένων μηνών, μπορούν τα δύο μέρη να αναζητήσουν ενδεχόμενες συγκλίσεις (εξαιρετικά αμφίβολο προσώρας) στο Κυπριακό; Τέλος, θα αποφύγει τον πειρασμό να προβεί σε κάποια δήλωση/ενέργεια ικανοποίησης του εγχώριου ακροατηρίου, το οποίο έχει εκπαιδεύσει στην υπερβολή, καλλιεργώντας συστηματικά την εικόνα ενός δρώντα με διεθνή απήχηση;

loading...


Πηγή