Αποψη: Οι διαφορές Ελλάδας – Πορτογαλίας | Ελληνική Οικονομία


Ο κατώτατος νόμιμος μισθός προβλέπεται στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, παρά την έντονη θεωρητική διαμάχη για τα οφέλη, τις παρενέργειες και τη δυνατότητα χρήσης άλλων εργαλείων, όπως η αρνητική φορολογία ή η επιδότηση χαμηλών μισθών ή η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών.

Ας σημειωθεί ότι χώρες που δεν προβλέπουν κατώτατο μισθό, όπως η Σουηδία, η Νορβηγία, η Δανία, η Κύπρος, ανήκουν μάλλον στις χώρες με υψηλό επίπεδο κοινωνικής πολιτικής. Δεν αποτελεί λυδία λίθο προοδευτισμού, κατ’ ανάγκην, η μονομερής κρατική γενική επιβολή κατώτατου νόμιμου μισθού.

Κρισιμότερο είναι το τι, το πώς και το πότε. Σε ποιο ύψος θα ορισθεί το ύψος του κατώτατου μισθού, με ποια διαδικασία. Ποιες παράμετροι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, κάθε πότε θα πρέπει να γίνεται η αναπροσαρμογή των κατώτατων μισθών. Θα γίνεται με εμπλοκή αυτών που θα καταβάλλουν ή θα λαμβάνουν τον κατώτατο μισθό (εργοδότες, εργαζόμενοι) ή θα γίνεται μονομερώς από το κράτος, την κυβέρνηση, το κόμμα που βρίσκεται σε προεκλογική πίεση;

Βασικές παράμετροι που δεν μπορούν να αγνοηθούν είναι: το ύψος του ΑΕΠ, η εξέλιξή του, το ύψος του εθνικού μέσου μισθού, το ύψος του επιδόματος ανεργίας, το κατώτατο εθνικό όριο φτώχειας, το διαθέσιμο εισόδημα που μένει στον εργαζόμενο αν αφαιρεθούν όλες οι κρατήσεις κάθε είδους (για να μην έχουμε ονομαστικές αυξήσεις που καταλήγουν σε μειώσεις των καθαρών, όπως στα ειδικά μισθολόγια), ο αριθμός των εργαζομένων που θα επηρεασθούν από μια αναπροσαρμογή των κατώτατων μισθών, ποιες και τι είδους επιχειρήσεις απασχολούν μεγάλο αριθμό χαμηλόμισθων μισθωτών, πόσες από τις επιχειρήσεις που απασχολούν χαμηλόμισθους είναι εκτεθειμένες στον διεθνή ανταγωνισμό. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη αν η τυχόν αύξηση της ζήτησης, λόγω αύξησης των κατώτατων μισθών, θα κατευθυνθεί εντός ή εκτός της χώρας.

Επομένως, είναι κρίσιμο οι ρυθμίσεις να γίνονται με μεθοδικότητα, σύνεση, συναίνεση και εμπλοκή όλων των κοινωνικών μερών και με εκτίμηση του κόστους και του οφέλους όλων των πλευρών.

Σημαντικό είναι το θέμα της αναπροσαρμογής του κατώτατου μισθού να μην αποτελεί εργαλείο πρόσκαιρων ή ιδίως εκλογικών στοχεύσεων, αλλά εργαλείο μακροχρόνιας, βιώσιμης ανάπτυξης και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Κλασικό παράδειγμα προς αποφυγήν αποτέλεσε η προηγούμενη προσπάθεια να θεσπισθεί στην Ελλάδα κατώτατος μηνιαίος μισθός 751 ευρώ, δηλαδή 876,16 ευρώ, ποσό που ήταν μεγαλύτερο από τον αντίστοιχο κατώτατο μισθό σε χώρες με πολύ υψηλότερο ΑΕΠ, όπως η Ισπανία και η Γαλλία. Ηταν προφανής η προεκλογική στόχευση, όπως και η αδιαφορία για οποιαδήποτε οικονομική ορθολογικότητα.

Ενα θετικό παράδειγμα για τον τρόπο και το ύψος αναπροσαρμογής προσφέρει η Πορτογαλία. Κάθε χρόνο, τον μήνα Ιανουάριο, ύστερα από διαβούλευση τριμερούς διαρκούς επιτροπής κοινωνικού διαλόγου (κυβέρνηση – εργοδότες – εργαζόμενοι), ακολουθώντας την αναπτυξιακή πορεία (και όχι προτρέχοντας), αποφάσιζαν ήπιες αυξήσεις. Η εξέλιξη του κατώτατου μισθού ακολουθούσε την αύξηση του ΑΕΠ κατά κεφαλήν.

Ακόμα και η επιλογή έναρξης προσαρμογής του κατώτατου μισθού τον μήνα Ιανουάριο, και όχι οποιονδήποτε άλλο μήνα, υπηρετεί επιχειρησιακές ανάγκες για λόγους λογιστικούς, φορολογικούς και όχι εκλογικές σκοπιμότητες.

Επίσης, δεν επιτρέπεται κανείς να απομονώσει μόνο το ύψος του κατώτατου νόμιμου μισθού, αγνοώντας το συνολικό εργασιακό πλαίσιο, για παράδειγμα τον συνολικό χρόνο εργασίας, τις ημέρες αργίας, αν είναι 5 ή 12, το ύψος των φόρων, των εισφορών.

Δεν μπορεί ακόμα να μη συζητηθεί και η δυνατότητα ευελιξιών και ενδεχόμενης διαφοροποίησης για ορισμένες γεωγραφικές περιοχές, για ορισμένους κλάδους ή ορισμένες επιχειρήσεις, όπως φαίνεται ότι έγινε και στην Πορτογαλία και αλλού.

Η προσαρμογή του κατώτατου μισθού (δηλαδή η αύξησή του), αν αντιμετωπισθεί ως εργαλείο εκλογικής εκμετάλλευσης, θα διαμορφωθεί διαφορετικά. Θα αναζητηθεί ένα εντυπωσιακό ύψος αύξησης, θα βγει σε χρόνο πολιτικά εκμεταλλεύσιμο. Θα εμφανισθεί ότι η κυβέρνηση και μόνο είναι γενναιόδωρη με τα χρήματα των άλλων. Θα ληφθούν υπόψη συμφέροντα ορισμένων εκλογικών ομάδων. Αυτά είναι κατανοητά, αλλά μη αποδεκτά εκλογικά παιχνίδια, σε μια χώρα που με αυτό τον τρόπο σκέψης κατεστράφη για δεκαετίες.

Μια τέτοια εκλογική λογική, άρον άρον, στο πόδι, χωρίς συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων έναντι π.χ. της μείωσης ή της επιδότησης των ασφαλιστικών εισφορών, θα θυσιάσει τα ευρύτερα συμφέροντα των ανέργων, των χαμηλόμισθων, των επιχειρήσεων που επιβιώνουν οριακά και θα απαξιώσει το ίδιο το εργαλείο του κατώτατου μισθού.

Αυτό πρέπει να παραμείνει ως ένας δυνάμει χρήσιμος θεσμός, ανεξάρτητος από κυβερνητικές και κομματικές πλειοψηφίες. Θα πρέπει να κρίνεται μόνο στο πεδίο της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, με βάση μόνο την αποτελεσματικότητά του σε αυτά τα πεδία.

Η θεσμική ανάπτυξη της χώρας, δηλαδή η απόκτηση θεσμών που θα λειτουργούν σε όλα τα πεδία, ανεξαρτήτως πολιτικών συσχετισμών, είναι προϋπόθεση της γενικότερης βιώσιμης και κοινωνικά δίκαιης ανάπτυξης.

* Ο κ. Γιάννης Τουτζιαράκης είναι Δ.Ν. Εργατικού Δικαίου του Πανεπιστημίου J.W.Goethe, Ffm.





Πηγή

Απάντηση