Τραμπ-Πούτιν: Και φίλοι, και εχθροί


Υπό συμβατικές συνθήκες στην αμερικανική πολιτική, η μετακίνηση χωρών από τη στήλη των φίλων στη στήλη των εχθρών θα ήταν ιστορικό γεγονός. Η συχνότητα, όμως, με την οποία κάνει τις σχετικές μετακινήσεις ο Ντόναλντ Τραμπ μάλλον απαγορεύει τον χαρακτηρισμό.

Τις προηγούμενες ημέρες, ο Αμερικανός πρόεδρος επαναπροσδιόρισε τις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ, τη Μεγάλη Βρετανία, και τη Ρωσία. Για την ακρίβεια, επαναπροσδιόρισε αυτές τις σχέσεις και μία, και δύο, και περισσότερες φορές. Γιατί, λοιπόν, ξεχώρισε αυτή η χρονική περίοδος; Ξεχώρισε επειδή πριν από όλα αυτά, ο ειδικός κατήγορος Ρόμπερτ Μιούλερ παρέπεμψε 12 Ρώσους για ανάμειξη στις αμερικανικές εκλογές. Ξεχώρισε επειδή ο Ντόναλντ Τραμπ, υποστηρίζοντας τον Βλάντιμιρ Πούτιν και υπονομεύοντας τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, αντιμετώπισε την σοβαρότερη εσωκομματική αντιπολίτευση της μέχρι τώρα θητείας του. Και ξεχώρισε επειδή, για την ώρα, ούτε οι παραπομπές, ούτε η αντιπολίτευση έχουν κάποια εξαιρετική σημασία.

Για την παραπομπή των 12, τα πράγματα ακολουθούν μια γνώριμη πορεία σε μια έρευνα που -ίσως ως μέθοδο- παράγει αποτελέσματα με βραδύτητα που έχει κατά καιρούς εξοργίσει και τα δύο κόμματα της αμερικανικής πολιτικής. Αξιωματούχοι ρωσικών μυστικών υπηρεσιών, οι 12 κατηγορούμενοι από τον Μιούλερ παραπέμπονται για την υποκλοπή ηλεκτρονικών μηνυμάτων της εκστρατείας της Χίλαρι Κλίντον και της προεκλογικής επιτροπής του Δημοκρατικού κόμματος. Βεβαίως, όπως σημειώνει και ο Daily Intelligencer, ούτε η κατηγορία εκπλήσσει κάποιον, ούτε ο Ρόμπερτ Μιούλερ μπορεί να συλλάβει τους 12 στη Ρωσία. Η βαρύτητα του όλου ζητήματος έγκειται στην υπόνοια σοβαρότερων (και εγγύτερων στην Αμερική) επερχόμενων κατηγοριών. Το κείμενο της παραπομπής περιγράφει την συνεργασία των Ρώσων κατηγορούμενων με «έναν υποψήφιο για το Κογκρέσο». Στην πραγματικότητα, το επίκεντρο της παραπομπής παραμένει ταυτισμένο με το επίκεντρο της έρευνας Μιούλερ, που δεν είναι άλλο από την συνεργασία του επιτελείου ή και του ίδιου του Ντόναλντ Τραμπ με τους Ρώσους hackers. Ο Ρότζερ Στόουν, σύμβουλος του προέδρου των Η.Π.Α., έχει παραδεχθεί ότι βρισκόταν σε επικοινωνία με τους Ρώσους. Στόχος, λοιπόν, των ενεργειών του Ρόμπερτ Μιούλερ είναι να δείξει στους εμπλεκόμενους ότι, παραδόξως, όσο το η έρευνα διευρύνεται, ο κλοιός γύρω τους στενεύει.

Στις 16 Ιουλίου, λοιπόν, ο πρόεδρος Τραμπ συναντήθηκε στο Ελσίνκι με τον Ρώσο ομόλογό του, στον απόηχο όχι μόνο των κατηγοριών Μιούλερ, αλλά και των αναταραχών που ο Αμερικανός πρόεδρος προκάλεσε στην Γηραιά Ήπειρο, μέσα σε ένα… tour de force στο οποίο κατάφερε, όπως αναφέρει στην περίληψή του το Bloomberg, να εναντιωθεί στους συμμάχους του στο ΝΑΤΟ για τις αμυντικές τους δαπάνες, να επιτεθεί στην Άνγκελα Μέρκελ για την ενεργειακή συμφωνία Γερμανίας-Ρωσίας, και να ανακατέψει την βρετανική πολιτική, κατηγορώντας την Τερέζα Μέι ότι δεν είναι αρκετά μαχητική στο Brexit, απειλώντας ότι ένα soft Brexit θα στερούσε από τη Βρετανία την ειδική οικονομική σχέση που επιδιώκει με τις Η.Π.Α., και επαινώντας τον Μπόρις Τζόνσον, λέγοντας πως θα ήταν πολύ καλός πρωθυπουργός. Και εκεί που οι Ευρωπαίοι ήταν εξ αρχής ανήσυχοι για την συνάντηση Τραμπ-Πούτιν, ο Αμερικανός πρόεδρος βρήκε τρόπο να ανησυχήσει και να εξοργίσει και τους Ρεπουμπλικανούς ομοτράπεζούς του στη χώρα του.

Μετά από τη συνομιλία του με τον Βλάντιμιρ Πούτιν, ο οποίος έφτασε στη συνάντηση αργοπορημένος, ο Ντόναλντ Τραμπ μίλησε για «ανόητες» συμπεριφορές, τόσο στη Ρωσία, όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες εμποδίζουν την ανάπτυξη καλών σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες. Επιπλέον, αντιπαρέθεσε τα συμπεράσματα των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών με τις διαβεβαιώσεις του προέδρου Πούτιν, λέγοντας πως δεν βλέπει γιατί η Ρωσία θα ήταν υπεύθυνη για τις υποκλοπές των ηλεκτρονικών μηνυμάτων των Δημοκρατικών στις εκλογές του 2016. Τέλος, χαρακτήρισε εξαιρετική την πρόθεση του προέδρου Πούτιν να επισκεφθεί ο Ρόμπερτ Μιούλερ την Ρωσία και να συνεργαστεί με τις τοπικές Αρχές για τους σκοπούς της έρευνάς του. Ακόμα πιο προκλητικό για τους αντιπάλους του Ντόναλντ Τραμπ ήταν πως ο Ρώσος πρόεδρος δεν έκρυψε ότι υποστήριζε τον Αμερικανό πρόεδρο στις εκλογές που τον ανέδειξαν. Για την Αλίνα Πολιάκοβα, ειδική αναλύτρια Ρωσικών ζητημάτων στο Ινστιτούτο Brookings, η συνάντηση των δύο ηγετών ήταν, όπως σχολίασε στον Atlantic, «η σύνοδος που ο Πούτιν περίμενε όλη του τη ζωή», θέτοντας την ατζέντα, και αποφεύγοντας κάθε αναφορά στην Ουκρανία, την Κριμαία, ή στις αμερικανικές κυρώσεις εναντίον της χώρας του.

Κάπως έτσι, ξεκίνησε η ρεπουμπλικανική αντίδραση. Πλήθος ρεπουμπλικανών καταδίκασαν τον πρόεδρο Τραμπ για την προτίμηση που έδειξε στον Βλάντιμιρ Πούτιν έναντι των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Υπήρχαν οι «συνήθεις ύποπτοι», ο Τζον ΜακΚέιν, ο Μιτ Ρόμνεϊ, η Λίζα Μερκόφσκι, ο Μπομπ Κόρκερ -όλοι τους, σε κάποιον βαθμό, χρεωμένοι ως «εχθροί» του Αμερικανού προέδρου. Υπήρχαν, όμως, και καινούριοι επικριτές, όπως ο επικεφαλής της κομματικής πλειοψηφίας στη Γερουσία, Μιτς ΜακΚόνελ, ο δεύτερος στην σχετική ιεραρχία, Τζον Κόρνιν, και ο Πίτερ Κινγκ. Προσωπικά, όσο και θεσμικά, όλοι αυτοί διαθέτουν εμπειρία και γνώσεις που δυναμώνουν τις φωνές τους. Όπως, όμως, υποστηρίζουν και οι New York Times, οι αντιδράσεις όλων περιορίζονται σε αυτό ακριβώς: Φωνές. Βεβαίως, οι φωνές αυτές ακούστηκαν μετά από πολύ καιρό σιωπής, και ενώ ο πρόεδρος Τραμπ έχει κατηγορηθεί για σεξουαλική παρενόχληση, εκμετάλλευση του αξιώματός του για πλουτισμό της οικογενείας του, και για αποξένωση των Ηνωμένων Πολιτειών από τους συμμάχους τους. Και πάλι, πέραν των φωνών, κανείς εκ των Ρεπουμπλικανών επικριτών του Ντόναλντ Τραμπ δεν αξίωσε κάποια νομοθετική πρωτοβουλία για την θεσμική ενίσχυση της ελευθερίας του κατηγόρου Μιούλερ, ή για την οποιαδήποτε επίσημη επίπληξη του προέδρου. Ακόμα και στις κατηγορίες τους, οι επικριτές του πρόεδρου Τραμπ, άφηναν κάποια περιθώρια: Ο Πίτερ Κινγκ, ο οποίος σχολίασε ότι μια συνεργασία Μιούλερ-Ρωσίας «θα ήταν σαν προσκαλεί κάποιος το ISIS να συμμετάσχει σε αντιτρομοκρατική μονάδα», τόνισε πως κατανοεί την ειλικρινή πεποίθηση του Ντόναλντ Τραμπ πως μπορεί να καταφέρει καλύτερες σχέσεις με την Ρωσία. Από την πλευρά του, ο γερουσιαστής Κόρνιν ερμήνευσε την άμεση εκ μέρους Τραμπ απόρριψη των κατηγοριών εναντίον της Ρωσίας ως αποτέλεσμα της ταύτισης, στο μυαλό του προέδρου, των κατηγοριών για ρωσική ανάμειξη στις εκλογές και των κατηγοριών για συμμετοχή του ιδίου ή του επιτελείου του στην ανάμειξη αυτή. Το σχόλιο του Τεξανού γερουσιαστή είναι ενδεικτικό της συχνής σύγχυσης των ρεπουμπλικανών: Την ίδια ώρα που προσπαθεί να προσφέρει μια δικαιολογία στον πρόεδρο Τραμπ, καταφέρνει να αναδείξει σημαντικά προβλήματα στην συλλογιστική που ακολουθεί. Δεν είναι προς όφελος του προέδρου Τραμπ να λέγεται ότι οι φόβοι του για προσωπική του ενοχοποίηση τον εμποδίζουν να δει την αλήθεια, ούτε είναι προς όφελός του να λέγεται ότι ο ίδιος αντιμετωπίζει τα δύο ζητήματα ως άρρηκτα συνδεδεμένα.

Είναι αλήθεια, πάντως, πως οι νομικές περιπέτειες του Αμερικανού προέδρου είναι ένας από τους παράγοντες που ορίζουν την πολιτική του κόμματός του. Πριν και πέρα από αυτές, όμως, το πιο σημαντικό κομμάτι είναι ίσως ο έλεγχος που το ρεπουμπλικανικό κόμμα ασκεί και στις τρεις εξουσίες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με τον Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο και την πλειοψηφία, οσοδήποτε έυθραυστη, στο Κογκρέσο, οι Ρεπουμπλικανοί ελέγχουν την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία -και εκ του συνδυασμού τους, ο οποίος καθορίζει την εκλογή των δικαστών στα ανώτατα δικαστήρια, ελέγχουν και την δικαστική. Πρόκειται για σπάνιο συγχρονισμό, ο οποίος προσφέρει στο κόμμα την ευκαιρία να εδραιώσει την πολιτική κουλτούρα που θα του διασφαλίζει την εξουσία. Μαζί με τις σχεδόν συνεχείς προεκλογικές περιόδους στην Αμερική, είναι ο λόγος που οι αντιδράσεις των Ρεπουμπλικανών στον πρόεδρο Τραμπ είναι πάντα μετρημένες: Από τη μια, η αποξένωση των ψηφοφόρων του μπορεί να είναι καταστροφική για κάθε πολιτική υποψηφιότητα. Από την άλλη, ακόμα και οι φανεροί εσωκομματικοί εχθροί του Ντόναλντ Τραμπ δυσκολεύονται να απαρνηθούν την προαγωγή των κομματικών πεποιθήσεων στους αμερικανικούς θεσμούς, ακόμη και αν αυτή συνεπάγεται τον ασπασμό, αν όχι και την επιβράβευση, προοδευτικά πιο ακραίων θέσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η θέση στην οποία το DailyKos εντοπίζει τον επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Γερουσία, Μιτς ΜακΚόνελ, τον οποίο ουσιαστικά κατηγορεί πως αρνήθηκε να θέσει σε ψηφοφορία την υποψηφιότητα του δικαστή που είχε προτείνει ο Μπαράκ Ομπάμα για το Ανώτατο Δικαστήριο των Η.Π.Α., επειδή είχε γνώση των ρωσικών παρεμβάσεων υπέρ του στις αμερικανικές εκλογές, όπως φαίνεται να προκύπτει από τις περιγραφές των συναντήσεων του με τον τότε πρόεδρο της χώρας, στο πλαίσιο λήψεως αποφάσεων για την αντιμετώπιση της ρωσικής ανάμειξης. Ο Μιτς ΜακΚόνελ είχε τότε απειλήσει πως οποιαδήποτε πρωτοβουλία του προέδρου Ομπάμα εναντίον της Ρωσίας θα εκλαμβανόταν ως κομματικά υποκινούμενη.

Ο Αμερικανός πρόεδρος, λοιπόν, μπορεί να βασίζεται σε μια εξαιρετικά πιστή προς αυτόν εκλογική βάση, και ένα μάλλον αιχμάλωτο κόμμα, το οποίο έτσι κι αλλιώς αλλάζει για να του ταιριάζει περισσότερο. Σε αυτό το πλαίσιο, έχει την πολυτέλεια να αρνείται και να επαναβεβαιώνει σχόλιά του με ασυνήθιστη ευκολία: Μετά τον θόρυβο που προκάλεσε η συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε την συνάντησή του με τον Βλάντιμιρ Πούτιν, ο πρόεδρος Τραμπ είπε πως το όλο θέμα ήταν μια παρεξήγηση -πως αντί να πει, όπως ήθελε, ότι δεν βλέπει «γιατί η Ρωσία δεν θα ήταν υπεύθυνη» για τις υποκλοπές, είπε ότι δεν βλέπει «γιατί η Ρωσία θα ήταν υπεύθυνη». Μια λέξη έκανε τη διαφορά. Και μετά έκανε τη διαφορά ξανά ο ίδιος, τονίζοντας πως εκτός από τη Ρωσία θα μπορούσαν να ήταν και άλλες χώρες. Και μετά είπε πως έχει εμπιστοσύνη στις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, αλλά πως στο παρελθόν δεν θα μπορούσε να αποκλείσει ότι τον είχαν στοχοποιήσει. Πριν από λίγες ώρες, και ενώ ακόμη δεν είναι σαφές ποια από όλες τις δηλώσεις έχει μεγαλύτερη βαρύτητα, έγινε γνωστό πως ο Ντόναλντ Τραμπ προσκάλεσε τον Βλάντιμιρ Πούτιν στις Ηνωμένες Πολιτείες το φθινόπωρο, όταν πέφτουν τα φύλλα. Μένει να δούμε τι θέα θα αποκαλύψουν.

Μοιράσου το άρθρο:



Πηγή

Απάντηση