Συμμετοχή στην εργασία και ανεργία, συνέπειες της κρίσης | Ελληνική Οικονομία


Σ​​το προηγούμενο άρθρο, συζητήσαμε πώς έχει επηρεάσει, ενδεχομένως, η οικονομική κρίση της περιόδου 2010-2015 τη μακροπρόθεσμη εξέλιξη του ελληνικού πληθυσμού. Τα επιχειρήματα που εκφράστηκαν βασίστηκαν σε νέα στοιχεία – στις αναθεωρημένες μέχρι το 2080 προβολές για τον γενικό πληθυσμό και για την μερίδα του πληθυσμού που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας όπως τις υπέβαλε η ΕΛΣΤΑΤ στην EUROSTAT. Η κατακλείδα της ανάλυσης ήταν πως προβλέπεται πλέον ότι ο γενικός πληθυσμός και ο πληθυσμός όσων βρίσκονται σε ηλικία εργασίας θα μειωθεί ταχύτερα και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ’ ό,τι προβλεπόταν στην προβολή του 2011.

Οι συνέπειες αυτών των αναθεωρήσεων είναι πως η ελληνική οικονομία θα έχει πιθανότατα μικρότερο μέγεθος στο μέλλον σε σχέση με αυτό που νομίζαμε πριν και πως ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας ενδεχομένως να είναι μικρότερος σε αυτή τη χρονική περίοδο. Πρόκειται για πρόκληση για μια χώρα με υψηλό δημόσιο χρέος.

Σε αυτό το άρθρο, θα εξετάσουμε λεπτομερέστερα τις αναθεωρημένες προβλέψεις αναλύοντας το ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας και τις προβλέψεις για την ανεργία, ενώ στο επόμενο άρθρο θα εξετάσουμε πιθανούς τρόπους για ενίσχυση της απασχόλησης μετά την κρίση. Συνδυασμένα αυτά τα άρθρα θα επιτρέψουν λεπτομερέστερη επισκόπηση της δυνητικής ανάπτυξης, ενώ προτείνονται και ορισμένες πρωτοβουλίες που ενδεχομένως να ενδιαφέρουν την κυβέρνηση που θα πρέπει να διαχειριστεί τις μελλοντικές προκλήσεις.

Συμμετοχή. Ο όρος αναφέρεται σε άτομα ηλικίας μεταξύ 15 και 64 ετών, δηλαδή τον πληθυσμό που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας (WAP) και συμμετέχει ενεργά στην οικονομία. Το ποσοστό συμμετοχής ορίζεται ως ο αριθμός των ατόμων που συμμετέχουν στην οικονομία διαιρεμένος με τον αριθμό των ατόμων που βρίσκονται σε ηλικία εργασίας. Μπορεί να μην είναι όλα τα άτομα σε θέση να συμμετέχουν.

Οσοι διαθέτουν αναπηρίες ή έχουν πάρει μακροχρόνια άδεια ασθενείας είναι απίθανο να εργάζονται. Ο γονιός ενός μικρού παιδιού ενδέχεται να εγκαταλείψει προσωρινά την αγορά εργασίας ή να καθυστερήσει την ένταξή του σε αυτή μέχρι να μεγαλώσει το παιδί. Η ύπαρξη γενναιόδωρων όρων πρόωρης συνταξιοδότησης αποτελεί κίνητρο για πρόωρη έξοδο από την αγορά εργασίας και για χαμηλότερη συμμετοχή.

Το ποσοστό συμμετοχής είναι σημαντικό διότι αν μειωθεί, τότε αυτοί που εξακολουθούν να συμμετέχουν ενεργά στην οικονομία αναγκάζονται να υποστηρίζουν περισσότερους ανθρώπους που δεν εργάζονται. Αντιστρόφως, υψηλότερο ποσοστό συμμετοχής ενδέχεται να οδηγήσει σε μεγαλύτερη οικονομία, διότι εργάζεται μεγαλύτερο μερίδιο του πληθυσμού που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας.

Οταν εργάζονται περισσότεροι άνθρωποι, τότε διευρύνεται η φορολογική βάση, ενδέχεται να δημιουργηθεί οικονομία κλίμακας στην παραγωγή και να περιοριστεί το κόστος της παροχής κοινωνικών υπηρεσιών.

Συνεπώς, ενδιαφέρουν τις κυβερνήσεις η μελέτη και η παρακολούθηση του ποσοστού συμμετοχής και παράλληλα πρέπει να εξετάσουν τις συνέπειες που θα έχει η πολιτική τους σε αυτόν τον τομέα.

Στο γράφημα 1 διακρίνεται το ποσοστό συμμετοχής για την Ελλάδα, το οποίο χρησιμοποίησα στην προβολή από το 2011, και το ποσοστό συμμετοχής το οποίο προκύπτει από την προβολή του 2018. Η διακεκομμένη γραμμή αντιπροσωπεύει τις προβολές από το 2011 και η συνεχής γραμμή τις προβολές του 2018. Τα στοιχεία δείχνουν πως το ποσοστό συμμετοχής στην Ελλάδα κυμαινόταν στη δεκαετία του 1980 γύρω στο 60% του πληθυσμού που βρισκόταν σε ηλικία εργασίας και άρχισε να αυξάνεται σταθερά τις δύο επόμενες δεκαετίες, καθώς εκσυγχρονιζόταν η ελληνική οικονομία και ενσωματωνόταν περισσότερο στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ποσοστό συμμετοχής μεταξύ 60% και 65% θεωρείται σήμερα διεθνώς σχετικά χαμηλό και, ανάλογα με τον ορισμό που χρησιμοποιείται, ποσοστό συμμετοχής γύρω στο 70%-75% του πληθυσμού που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας είναι περισσότερο επιθυμητό (στην Ευρωζώνη το ποσοστό συμμετοχής είναι σήμερα περίπου 73%).

Οπως φαίνεται στο γράφημα, στην προβολή του 2011 είχε υποτεθεί πως μελλοντικά το ποσοστό συμμετοχής θα έφθανε μέχρι το 70%.

Τα νέα δεδομένα για τον πληθυσμό έχουν ως αποτέλεσμα την ελαφρά αναθεώρηση του ποσοστού συμμετοχής για τα προηγούμενα χρόνια, όπως φαίνεται από τη συνεχή γραμμή στο γράφημα 1, με την αύξηση της συμμετοχής να διακόπτεται από την πτώση στα πρώτα χρόνια της κρίσης, 2010-2012, ωστόσο φαίνεται να ανακάμπτει τα τελευταία χρόνια. Αυτό το φαινόμενο παρατηρείται συχνά σε περιόδους ύφεσης, διότι ορισμένοι εργαζόμενοι εγκαταλείπουν την αγορά εργασίας αποθαρρυμένοι από τις δυσκολίες της παραμονής σε αυτή ή επειδή είναι μακροχρόνια άνεργοι. To «φαινόμενο του αποθαρρυμένου εργάτη» υπονοείται στα ελληνικά στατιστικά στοιχεία διότι αυτό θα οδηγούσε σε χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής. Το ποσοστό αυξάνεται και πάλι σήμερα κυρίως για δύο λόγους. Πρώτον, όταν σταθεροποιείται η οικονομία είναι πιθανό να προσπαθήσουν να συμμετάσχουν στην αγορά εργασίας περισσότερες γυναίκες και άλλα μέλη της οικογένειας με την ελπίδα να αντισταθμίσουν ορισμένες από τις απώλειες εισοδήματος/μισθού που είχε αυτός ή αυτή που φέρνει το βασικό εισόδημα στην οικογένεια.

Δεύτερον, είναι πιθανό το φαινόμενο του αποθαρρυμένου εργάτη να ενίσχυσε τη μετανάστευση προς άλλες χώρες της Ε.Ε. και συνεπώς εξηγεί εν μέρει τη μείωση του γενικού πληθυσμού και του πληθυσμού που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας. Αν σταθεροποιηθεί ο αριθμός των ατόμων που συμμετέχει, αλλά εξακολουθεί να μειώνεται εξαιτίας της μετανάστευσης ο αριθμός του πληθυσμού που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας, τότε αυξάνεται το ποσοστό συμμετοχής απλώς και μόνο για στατιστικούς λόγους.

Θα υποθέσουμε στη νέα πρόβλεψη πως το ποσοστό συμμετοχής θα εξακολουθήσει να ενισχύεται και πως θα φθάσει το 71%. Η τιμή αυτή είναι σχετικά υψηλή για την Ελλάδα και θα είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί υψηλότερη.

Εργατικό δυναμικό. Στα στοιχεία που παρουσιάζουμε ο αριθμός των ανθρώπων που συμμετέχουν στην οικονομία ορίζεται ως εργατικό δυναμικό. Αυτό αποτελείται με τη σειρά του από όλους τους ανθρώπους που διαθέτουν εργασία –τους απασχολούμενους– και απ’ όσους αναζητούν ενεργά εργασία, τους ανέργους. Συνεπώς αν προσθέσουμε την απασχόληση και την ανεργία, έχουμε το εργατικό δυναμικό και το ποσοστό του εργατικού δυναμικού επί του συνόλου του πληθυσμού που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας αποτελεί το ποσοστό συμμετοχής.

Μπορούμε, λοιπόν, να ερευνήσουμε ένα επίπεδο πιο βαθιά και να αναλύσουμε τι έγινε με την ανεργία στο παρελθόν αλλά και κατά τη διάρκεια της κρίσης και να σχηματίσουμε ορισμένες λογικές υποθέσεις για το πώς θα εξελιχθεί η ανεργία καθώς θα ανακάμπτει μελλοντικά η ελληνική οικονομία. Η καλή πολιτική βασίζεται πάντοτε σε σενάρια που βασίζονται σε αξιόπιστα ποσοτικά στοιχεία, οπότε η ελληνική κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να παρακολουθεί προσεκτικά την εξέλιξη αυτών των δεδομένων, ας πούμε σε τριμηνιαία βάση, να ελέγχει τα σχέδιά της και να δημοσιεύει τα νέα στοιχεία που θα προκύπτουν. Αλλά και οι επενδυτές και τα εργατικά συνδικάτα πρέπει να γνωρίζουν αυτά τα δεδομένα, ώστε να προβαίνουν σε αποφάσεις. Πράγματι, η κυβέρνηση, οι εργοδοτικές οργανώσεις και τα εργατικά συνδικάτα πρέπει να εμπλακούν, με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία και τις μακροπρόθεσμες προβολές, σε τριμερή διάλογο ώστε να αποφασίσουν ποιες είναι οι καλύτερες επιλογές για το μέλλον της χώρας. Οταν ο διάλογος βασίζεται σε στοιχεία και σε αξιόλογη και ανοιχτόμυαλη ανάλυση, τότε μπορεί να συμβάλλει στην εκπόνηση υψηλής ποιότητας πολιτικής σε οποιαδήποτε χώρα.

Ανεργία. Στο γράφημα 2 αποτυπώνονται το ποσοστό ανεργίας και προβολές με βάση τα στοιχεία του 2011 και του 2018, αντίστοιχα.

Αυτό που είναι ενδιαφέρον στα στοιχεία των προηγούμενων ετών είναι πως η ανεργία στην Ελλάδα ήταν ανέκαθεν σχετικά υψηλή, γύρω στο 8% του εργατικού δυναμικού κατά μέσον όρο (δεν διαθέτω συνεπή στοιχεία για πριν από το 1980). Ακόμη και στα χρόνια της εκρηκτικής ανόδου της οικονομίας πριν από το 2007, η ανεργία ήταν υψηλή. Πράγμα που δείχνει πως η αγορά εργασίας δεν ήταν πολύ ανταγωνιστική στην Ελλάδα, πως το εργατικό κόστος ήταν πολύ υψηλό και/ή πως δεν υπήρχαν πολύ σοβαρά κίνητρα για συμμετοχή στην αγορά εργασίας.

Δεν προκαλεί, λοιπόν, έκπληξη που σε πολλά προγράμματα καλείτο η ελληνική κυβέρνηση να μεταρρυθμίσει την αγορά εργασίας και να μειώσει το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, ώστε να βρεθεί μακροπρόθεσμα η εργασία σε καλύτερη και ανταγωνιστικότερη θέση.

Αυτό που είναι επίσης προφανές είναι πως η ύφεση πραγματικά έπληξε σκληρά την ελληνική οικονομία. Οι εργαζόμενοι δέχτηκαν ισχυρή πίεση, καθώς αποδείχτηκε πως η επανεξισορρόπηση της αγοράς εργασίας με βάση το κόστος και την παραγωγή δεν ήταν εύκολη δουλειά. Το τίμημα λοιπόν που κατέβαλε το εργατικό δυναμικό ήταν η πολύ μεγάλη αύξηση της ανεργίας – η οικονομία απλώς δεν μπορούσε να ανακατανείμει πόρους αρκετά γρήγορα ώστε να ελέγξει την ανεργία. Στις προβολές του 2011, με βάση πληροφορίες που ήταν διαθέσιμες εκείνη την εποχή, περίμενα πως το ποσοστό ανεργίας θα κορυφωνόταν λίγο κάτω από το 20% του εργατικού δυναμικού. Ακόμη και αυτή η τρομακτική πρόβλεψη αποδείχτηκε υπερβολικά αισιόδοξη, καθώς νεότερα στοιχεία αποκάλυψαν πως η ανεργία έφθασε στο 27,5% του εργατικού δυναμικού.

Για να καταλήξω στις μακροπρόθεσμες προβολές που περιλαμβάνονται στο σενάριο του 2011, υπέθεσα πως η ανεργία θα υποχωρούσε σταθερά στη δεκαετία του 2020 και πως θα σταθεροποιούνταν κοντά στον ιστορικό μέσο όρο του 8%. Στις αναθεωρημένες και νέες προβλέψεις, υποθέτω πως η ανεργία θα υποχωρήσει λίγο ταχύτερα απ’ ό,τι υπέθετα πριν, όμως αρχίζοντας από υψηλότερο επίπεδο, και πως θα σταθεροποιηθεί στο 7,5%. Ο λόγος πως είναι δυνατή η μείωση της ανεργίας λίγο περισσότερο σχετίζεται με τις επιπτώσεις της κρίσης, μία εκ των οποίων ήταν η μείωση του εργατικού κόστους η οποία υποθέτουμε πως θα διαρκέσει περισσότερο, καθιστώντας πιο ανταγωνιστικό το εργατικό δυναμικό. Είναι σημαντικό πως σε αυτό το σενάριο περιλαμβάνεται η υπόθεση πως η ελληνική κυβέρνηση δεν θα αντιστρέψει τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας. Αντιθέτως, υπάρχουν σημαντικοί λόγοι ώστε να εμβαθύνει τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας προκειμένου να ενισχυθεί η ευελιξία στην ανακατανομή εργατικού δυναμικού. Είναι σημαντικό να σημειωθεί πως αυτές οι υποθέσεις εξαρτώνται από τη θέληση για επίτευξη του στόχου και πως δεν είναι νόμος των οικονομικών ή της φύσης. Γίνεται η υπόθεση πως η κοινωνία επιθυμεί τη μείωση της ανεργίας και πως η πίεση για αυτό θα αρχίσει να ελαττώνεται όταν θα πλησιάζει η ανεργία το ποσοστό που αναφέρθηκε προηγουμένως. Δεν υπάρχει εγγύηση πως θα αποδειχτούν ορθές αυτές οι προβολές – αυτό που επιχειρώ είναι να αναπτύξω ένα αφήγημα που θα είναι όσο φιλόδοξο πρέπει και το οποίο θα μπορούσε να αποδεχτεί η κοινωνία αν της το εξηγήσουν όπως πρέπει. Ο ρόλος της ελληνικής κυβέρνησης είναι να εργαστεί μαζί με τους κοινωνικούς εταίρους (εργοδότες και εργατικά συνδικάτα) ώστε να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και να συμφωνήσει σε σειρά μέτρων που θα μπορούσαν να διορθώσουν την πορεία της ανεργίας αν αυτή αρχίσει να αυξάνεται και να καθοδηγήσει την οικονομία ώστε να πετύχει, μακροπρόθεσμα, τουλάχιστον αυτό το αποτέλεσμα.

Για παράδειγμα, η σειρά μέτρων που υιοθετήθηκαν στο πλαίσιο τριμερούς συμφωνίας στην Ολλανδία στη δεκαετία του 1980, όταν η χώρα περνούσε κρίση που παραλίγο να την οδηγήσει στη χρεοκοπία, περιελάμβανε τη συνεισφορά καθενός εκ των κοινωνικών εταίρων: η κυβέρνηση συμφώνησε να μην αυξήσει τη φορολογία της εργασίας για να καλύψει τρύπες στον προϋπολογισμό. Τα εργατικά συνδικάτα συμφώνησαν να υιοθετήσουν μακροπρόθεσμη συγκράτηση των αμοιβών για όλα τα επαγγέλματα με στόχο τη μείωση του κόστους εργασίας και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας στο σύνολο της οικονομίας. Οι εργοδότες συμφώνησαν να επενδύσουν και να προστατεύσουν την απασχόληση και αποδέχτηκαν ενίσχυση της μερικής απασχόλησης και άλλων ευέλικτων μορφών εργασίας, σε συνδυασμό με αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας. Ακόμη και με αυτή τη συνδυασμένη προσπάθεια απαιτήθηκε μια ολόκληρη δεκαετία μέχρι να ανακάμψει πλήρως η ολλανδική οικονομία. Στο τέλος εξαλείφθηκε το δημοσιονομικό έλλειμμα, μειώθηκε το κρατικό χρέος και το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μετατράπηκε σε πλεόνασμα. Αυτή η συμφωνία εξακολουθεί να αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της ολλανδικής ανταγωνιστικότητας.

Ορισμένες σκέψεις

• Σε αυτό το άρθρο αποσυνέθεσα τον πληθυσμό που είναι σε ηλικία εργασίας σε αυτούς που συμμετέχουν στην οικονομία και σε αυτούς που δεν συμμετέχουν. Με τη σειρά του το ποσοστό συμμετοχής καθορίζει το μέγεθος του εργατικού δυναμικού, το οποίο αποτελείται από εργαζομένους και από ανέργους.

• Το ποσοστό συμμετοχής είναι σημαντικό διότι ένα πολυπληθέστερο εργατικό δυναμικό μπορεί να οδηγήσει σε μια μεγαλύτερη οικονομία, πράγμα που συμβάλλει στην εξυπηρέτηση του χρέους. Συνεπώς, είναι προς το συμφέρον της κυβερνητικής πολιτικής η δημιουργία επαρκούς ποσοστού συμμετοχής. Υποθέτω σε αυτό το άρθρο πως το ποσοστό συμμετοχής θα φθάσει τελικά στην Ελλάδα γύρω στο 71% του πληθυσμού που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας, δηλαδή λίγο χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

• Μόλις έχω μια προβολή για το μέγεθος του εργατικού δυναμικού, μπορώ να διαπιστώσω ποιο θα ήταν ένα λογικό και σταθερό ποσοστό ανεργίας για την Ελλάδα. Και αυτό εξαρτάται από την κυβερνητική πολιτική, ιδιαίτερα από την εργασιακή πολιτική και τη συγκράτηση των μισθών.

• Επιχειρηματολογώ υπέρ της προσεκτικής διαβούλευσης με τους κοινωνικούς εταίρους, ώστε να υπάρξει συνεργασία και να διατηρηθεί η συμμετοχή όσο το δυνατόν υψηλότερα και η ανεργία όσο το δυνατόν χαμηλότερα.

Στο επόμενο δοκίμιο προς συζήτηση θα αναπτύξω τι σημαίνουν οι προηγούμενες υποθέσεις και προβολές για την κρίσιμη εξέλιξη της απασχόλησης στο μέλλον.

* Ο κ. Μπομπ Τράα είναι ανεξάρτητος οικονομολόγος.





Πηγή

Απάντηση