Κ. Κολόζοβα: «Να μην παγιδευθούμε στο “μεγαλοπρεπές” παρελθόν» | ΠΟΛΙΤΙΚΗ



Η καθηγήτρια Φιλοσοφίας και Σπουδών Φύλου στα Σκόπια Κατερίνα Κολόζοβα τονίζει πως «η ανησυχία μας ήταν πάντα ότι η αλλαγή του ονόματος θα διαγράψει την εθνική ταυτότητα και το έθνος».

Tα «μικρά» Σκόπια έχουν καταστεί το τελευταίο διάστημα το επίκεντρο μιας εντυπωσιακής σε πυκνότητα διπλωματικής κινητικότητας. Tο επικείμενο δημοψήφισμα της 30ής Σεπτεμβρίου κινητοποιεί Ευρωπαίους και Αμερικανούς προς την ενίσχυση της προσπάθειας της κυβέρνησης Ζάεφ να κερδίσει μια διπλή μάχη, αρχικώς, της συμμετοχής των πολιτών στο δημοψήφισμα και, βεβαίως, της πλειοψηφίας υπέρ της συμφωνίας των Πρεσπών.

Στην Ελλάδα, πάλι, οι υπολογισμοί είναι διαφορετικοί, καθώς ουσιαστικά προεξοφλείται το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και της συνταγματικής αναθεώρησης στα Σκόπια και η συζήτηση επικεντρώνεται στον χρόνο που θα στηθούν οι κάλπες στη χώρα μας, αφού και επισήμως έχει καταγραφεί, στην ελληνική Βουλή, η απόκλιση των δύο συγκυβερνώντων Αλέξη Τσίπρα και Πάνου Καμμένου.

Για την καθηγήτρια Φιλοσοφίας και Σπουδών Φύλου στα Σκόπια Κατερίνα Κολόζοβα, η πορεία των Σκοπίων το επόμενο διάστημα κάθε άλλο παρά προδιαγεγραμμένη είναι. «Πιστεύω ότι θα παραμείνει ένας σφιχτός αγώνας μέχρι το τέλος. Παραμένει μια πιθανότητα να αποτύχει το δημοψήφισμα. Σε μια τέτοια περίπτωση, η κυβέρνηση θα προχωρήσει στην ψηφοφορία για συνταγματική αλλαγή στο Κοινοβούλιο. Μου είναι ακατανόητο όμως πώς σκοπεύει να φθάσει τα 2/3 των ψήφων που απαιτούνται για τις συνταγματικές αλλαγές. Η επίτευξη του απαιτούμενου αριθμού βουλευτών είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και, χωρίς να επιτύχει κάποια ελάχιστη συμφωνία με το VMRO-DPMNE (σ.σ. το κόμμα του τέως πρωθυπουργού Γκρούεφσκι), ο στόχος φαίνεται αδύνατο να επιτευχθεί».

Η Κολόζοβα, μία από τις δύο κόρες ενός ζευγαριού διάσημων ηθοποιών της γείτονος, υπήρξε εκ των βασικών επικριτών των πρακτικών της κυβέρνησης Γκρούεφσκι και της κατασκευής, μέσω αγαλμάτων και κιτς μνημείων ανά την ΠΓΔΜ, «αρχαιομακεδονικής» συνείδησης στα Σκόπια. Η συζήτηση μαζί της, ωστόσο, αποκαλύπτει και την εμπεδωμένη αντίληψη της «άλλης πλευράς», που προφανώς δεν είναι συμβατή με την ελληνική αφήγηση.

«Η ανησυχία μας ήταν πάντα ότι η αλλαγή του ονόματος θα διαγράψει την εθνική ταυτότητα και το έθνος. Αυτό ισχύει και για εκείνους που ποτέ δεν αγκάλιασαν την αφήγηση της “αρχαιοποίησης” και ποτέ δεν είδαν τη μακεδονική εθνική ταυτότητα ως κάτι που συνδέεται με την ελληνική αρχαιότητα. Πολλοί από εμάς, που μεγαλώσαμε στη Γιουγκοσλαβία, εκπαιδεύθηκαν ότι είμαστε ένα από τα νοτιοσλαβικά έθνη… όμως, ως προς την ταυτότητά μας, ανησυχούσαμε ότι αυτή θα χανόταν από τη διαγραφή του ονόματος του κράτους, ειδικά αν υιοθετείτο ως erga omnes».

Με καταγωγή από μια μικρή πόλη κοντά στα σύνορα της Γευγελής, η Κολόζοβα δηλώνει «Σλάβα» και «Μακεδόνισσα». Συζητώντας για την προσπάθεια «αρχαιοποίησης» των Σκοπίων, εκτιμά πως αν η Ελλάδα δεν έθετε, από την πρώτη στιγμή, την αρχαιότητα ως θεμέλιο της διαμάχης με τα Σκόπια, η όλη διαδικασία με τις σημαίες της Βεργίνας και τα αγάλματα στα Σκόπια θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί: «Η Ελλάδα λατρεύει την πολιτιστική κληρονομιά της εποχής της αρχαιότητας, σε τέτοιο βαθμό που τη θεωρεί ως τη βάση της εθνικής ταυτότητας. Από την άλλη πλευρά, όταν εμφανίστηκε η ιδέα του 19ου αιώνα για ένα ξεχωριστό μακεδονικό έθνος, οι περισσότεροι από τους επαναστάτες και τους διανοούμενους πίσω από αυτό ουσιαστικά δεν έκαναν αναφορά στην περίοδο της ελληνικής και μακεδονικής αρχαιότητας – αναφέρθηκαν σε έναν σλαβόφωνο πληθυσμό στα γεωγραφικά εδάφη της Μακεδονίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τότε οι παραλληλισμοί όσον αφορά την ταυτότητα και τα μοντέλα εθνικής απελευθέρωσης συσχετίστηκαν με άλλα σλαβικά έθνη της περιοχής, όπως οι Βούλγαροι ή οι Σέρβοι. Οι αναφορές στην αρχαιότητα είναι μια σχετικά νέα “εφεύρεση” που άρχισε να κερδίζει δυναμική προς το τέλος της δεκαετίας του ’90».

Ακόμη κι αν η «κατασκευή» συνείδησης στα Σκόπια ήρθε ως απάντηση στην ελληνική θέση ή έστω ως διπλωματικό χαρτί στο τραπέζι, ώστε να αποσυρθεί χάριν του ονόματος, της επισημαίνω πως το οξύμωρο παραμένει: δύο λαοί αυτοπροσδιορίζονται ως «Μακεδόνες», χωρίς να έχουν έστω ένα κοινό χαρακτηριστικό. «Ενας από τους δύο λαούς ταυτίζεται με το όνομα ως εθνική και εθνοτική ονομασία (Δημοκρατία της Μακεδονίας), ενώ ο άλλος το βλέπει ως περιφερειακή ταυτότητα, μιας και η εθνική ή εθνοτική του ταυτότητα παραμένει ελληνική», απαντά.

Προσθέτει, δε, πως «με το άρθρο 7 της συμφωνίας, το δικαίωμα αυτοδιάθεσης που παρέχεται στους Μακεδόνες αποκλείει ρητά κάθε δυνατότητα ταύτισης με το Βασίλειο της Μακεδονίας και την ελληνική αρχαιότητα. Αυτή η εξαίρεση είναι τόσο σαφής, που δεν βλέπω λόγους ανησυχίας για την ελληνική πλευρά». «Και από τις δύο πλευρές των συνόρων, οι “εθνικιστές” είτε εκ προθέσεως επιμένουν σε μια λανθασμένη ερμηνεία της συμφωνίας, είτε απλώς δεν την κατανοούν εξαιτίας της κληρονομικής, ιστορικής δυσπιστίας. Το χειρότερο είναι ότι οι πολίτες των δύο χωρών χειραγωγούνται από αυτές τις εθνικιστικές ελίτ…».

Win-win συμφωνία

Με συγγραφικό έργο που παραπέμπει στη σχολή σκέψης του Γάλλου «μη φιλοσόφου» Laruelle και έχει ως αντικείμενο και τον Μαρξ, η 49χρονη Κολόζοβα θεωρεί ότι η συμφωνία των Πρεσπών είναι αμοιβαία επωφελής, καθώς χειρίζεται με λεπτότητα τις ελληνικές ανησυχίες γύρω από την Ιστορία και την πολιτιστική κληρονομιά και υιοθετεί τις σύγχρονες αντιλήψεις των διεθνών σχέσεων για θεμελιώδεις αρχές, όπως το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Στην ταραγμένη Βαλκανική Χερσόνησο, όπου νέες αλλαγές επίκεινται (Κόσοβο), η ίδια εκτιμά ότι οι «Πρέσπες» αποτελούν το πρότυπο για δυναμική συνεργασία των χωρών της περιοχής, που μπορεί να υπερβεί ακόμη κι αυτά τα όρια της Ε.Ε. «Αρκεί, βέβαια, να μην παραμείνουμε στην ασφυκτική παγίδευση στο “μεγαλοπρεπές” παρελθόν μας και να δούμε ότι έχουμε μείνει πίσω από το πολιτικοοικονομικό παρόν και πόσο μάλλον το μέλλον».





Πηγή

Απάντηση