Ο Ντόναλντ Τραμπ στον ΟΗΕ


Πέρυσι, οι αντιπροσωπείες στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών άκουγαν τον Ντόναλντ Τραμπ με προσοχή, κάποια ανησυχία, και έκπληξη. Χθες, τον άκουσαν γελώντας.

Από την προηγούμενη εβδομάδα, οι σύμβουλοι, οι συνεργάτες και οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ προσπαθούσαν να καταστήσουν σαφές το πλαίσιο της ομιλίας του στον Ο.Η.Ε. Το Ιράν παρέμενε εχθρός. Η Βόρεια Κορέα ήταν πια καλός φίλος. Η Κίνα άξιζε τις κυρώσεις. Και ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν ήταν κάποια πιθανή έκρηξη του Αμερικανού προέδρου, όπως οι απειλές και οι υποτιμητικοί προσωπικοί χαρακτηρισμοί που πρωταγωνίστησαν στην προηγούμενη ομιλία του ενώπιον του ίδιου ακροατηρίου, αλλά -όπως σχολίαζαν και οι New York Times- το ακριβώς αντίθετο: Πιθανές εκρήξεις φιλίας.

Ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να είχε ξεκαθαρίσει ότι θεωρεί την αμερικανική πολιτική στο Ιράν μία από τις σαφείς του επιτυχίες, κάτι που την Κυριακή επανέλαβε στο CBS και η μόνιμη αντιπρόσωπος των Η.Π.Α., Νίκι Χέιλι, όμως την ίδια ώρα φαινόταν πιθανό πως ο Αμερικανός ηγέτης θα επιδίωκε μέχρι και συνάντηση με τον πρόεδρο του Ιράν, Χασάν Ρουχανί. Άλλωστε, έχει σχολιάσει πως θα είναι «πάντα διαθέσιμος» για μια τέτοια συνάντηση, η οποία θα προσέφερε συμμετρία σε εκείνη με τον Κιμ Γιονγκ Ουν, και θα επιβεβαίωνε τον ίδιο τον πρόεδρο Τραμπ, ο οποίος περηφανεύεται πως ως διπλωμάτης είναι προσωπικά ικανός να ξεπεράσει τις μεγαλύτερες δυσκολίες, και να πετύχει τις συμφωνίες που διαφεύγουν των άλλων ηγετών. Το ενδεχόμενο μιας συνάντησης με τον πρόεδρο Ρουχανί φαίνεται να απομακρύνεται, παρ’ότι ο Ντόναλντ Τραμπ σχεδόν… έκλεισε τη συνάντηση κατά λάθος, όταν ανήρτησε tweet στο οποίο έλεγε ότι στη σημερινή συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, στην οποία θα προεδρεύσει, το θέμα θα είναι το Ιράν. Αν, όμως, ισχύει κάτι τέτοιο, αντίθετα προς τις διαβεβαιώσεις πως η συζήτηση θα αφορά γενικά στον περιορισμό των πυρηνικών όπλων, τότε ο Χασάν Ρουχανί θα μπορούσε να παραστεί και να αντιμετωπίσει ευθέως τον Αμερικανό πρόεδρο, όπως σχολιάζει και το Bloomberg, τονίζοντας, συγχρόνως ότι η συγκεκριμένη πρόκληση μπορεί και να βρίσκει σύμφωνο τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος όμως θα βρισκόταν σε μια τέτοια περίπτωση απομονωμένος, αφού οι υπόλοιπες χώρες που συνυπέγραφαν την συμφωνία με το Ιράν παραμένουν προσηλωμένες στην επιτυχία της, ακόμα και εν τη απουσία των Ηνωμένων Πολιτειών. Επιπλέον, την ίδια ώρα που η Ουάσινγκτον απειλεί με κυρώσεις τις επιχειρήσεις που θα συνεχίσουν να συναλλάσσονται με το Ιράν, η Ευρωπαϊκή Ένωση απειλεί με αντίστοιχες κυρώσεις όσες επιχειρήσεις συμμορφωθούν με εκείνες της Ουάσινγκτον. Από τη μεριά του, ο Ιρανός πρόεδρος ξεκαθάρισε σε άρθρο του στην Washington Post ότι θα συνεχίσει να εργάζεται στο πνεύμα της συμφωνίας που εγκατέλειψε η Ουάσινγκτον. Για το ίδιο θέμα, ο πρόεδρος της Γαλλίας, ο οποίος απευθύνθηκε και εκείνος στην Σύνοδο του ΟΗΕ μετά τον πρόεδρο Τραμπ, φρόντισε να καυτηριάσει την αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Συμφωνία, τονίζοντας ότι τα κράτη δεν εμπιστεύονται χώρες που συμπεριφέρονται κατ’αυτόν τον τρόπο.

Κάπως έτσι, στο ίδιο πλαίσιο της επιθετικής αναζήτησης φιλιών εντάσσονται και οι συναντήσεις του Αμερικανού προέδρου με τους Ευρωπαίους ηγέτες, αν και αυτές μάλλον δεν προϊδεάζουν για τις πιθανές παραχωρήσεις που εξακολουθούν να φοβούνται κάποιοι συνεργάτες του Ντόναλντ Τραμπ σε σχέση με την Βόρεια Κορέα. Όπως συνοψίζουν οι New York Times, στην ομιλία του, ο πρόεδρος Τραμπ επιτέθηκε στους συμμάχους των Αμερικανών που δεν πληρώνουν όσα θα έπρεπε για τις αμυντικές δαπάνες, σε εμπορικούς εταίρους που κατά τον ίδιο εκμεταλλεύονται τους Αμερικανούς εργαζόμενους, στον ΟΠΕΚ και τα μέλη του, στην Βενεζουέλα και σε άλλους που η κυβέρνησή του αντιμετωπίζει ως εχθρούς. Ακόμα, όμως, και ενώ αυτή η ομιλία τόνισε εκ νέου την αφοσίωση του Ντόναλντ Τραμπ στο δόγμα «πρώτα η Αμερική» και επικεντρώθηκε στην αυτοδυναμία και την ανεξαρτησία των εθνικών κρατών ως τις μόνες εγγυήτριες ελευθερίας, ο τόνος ήταν διαφορετικός από την προηγούμενη ομιλία του Αμερικανού προέδρου στο ακροατήριο του ΟΗΕ. Αυτή τη φορά ο πρόεδρος Τραμπ εξήρε τον Οργανισμό, έστω την ίδια ώρα που δικαιολογούσε την απόσυρση της χώρας του από άλλους διεθνείς οργανισμούς, αλλά και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο στη Χάγη. Το μήνυμα ήταν μάλλον σαφές: Ο Ντόναλντ Τραμπ αισθανόταν ότι είχε πετύχει, είχε διαψεύσει όσους αμφισβητούσαν τις ικανότητές του στην εξωτερική πολιτική, είχε παραμείνει δυνατός στην εσωτερική πολιτική, και είχε την άνεση για μια επίθεση φιλίας. Μιλούσε στους ακροατές του με ένα ξεκάθαρο μήνυμα -τους νίκησε, και τώρα μπορούσε επιτέλους να τους κερδίσει.

Μόνο που εκεί ακριβώς χάθηκε το παιχνίδι των εντυπώσεων. Μπορεί ο Ντόναλντ Τραμπ να έχει πράγματι καταφέρει να ενώσει μια συμπαγή κοινωνική ομάδα γύρω από την οποία έχει χτίσει τη βάση των ψηφοφόρων του. Και όταν απευθύνεται σε αυτή την ομάδα μπορεί πράγματι να καταφέρνει να επιβραβεύεται για κάποιες υπερβολές ή και ανακρίβειες. Στον Ο.Η.Ε., όμως, το ακροατήριο δεν αποτελείται από απλούς ψηφοφόρους. Και σίγουρα δεν αποτελείται αποκλειστικά από θαυμαστές του Τραμπ. Όταν, λοιπόν, ο Αμερικανός πρόεδρος ξεκίνησε την ομιλία του θέτοντας τις βάσεις για την επίδειξη της πολιτικής και διπλωματικής του δεξιότητας με τον ισχυρισμό πως η κυβέρνησή του είχε καταφέρει στα δύο της χρόνια περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση των Η.Π.Α., το ακροατήριο αντέδρασε με κάποια σκόρπια γέλια. Ο πρόεδρος Τραμπ τα αντιλήφθηκε, είπε πως ο ισχυρισμός του ήταν αληθινός, και τα γέλια έγιναν πιο δυνατά. Ο Αμερικανός ηγέτης σταμάτησε την προετοιμασμένη ομιλία του και είπε «Δεν περίμενα αυτή την αντίδραση, αλλά δεν πειράζει». Και τα γέλια έγιναν περισσότερα, δυνατότερα, ενώ προστέθηκε και χειροκρότημα. Ασφαλώς, αυτό το τελευταίο δυνατό γέλιο και το χειροκρότημα δεν ήταν αποκλειστικά σχόλιο προς την κομπορρημοσύνη του προέδρου Τραμπ. Τουλάχιστον μέρος του ήταν και η ενθάρρυνση ενός ανθρώπου που μόλις είχε αντιμετωπίσει μια πρωτοφανή αντίδραση -όχι πως η διαφορά στα αίτια του γέλιου και του χειροκροτήματος είναι και τόσο ενθαρρυντική.

Αργότερα, ο Ντόναλντ Τραμπ είπε ότι η συγκεκριμένη αποστροφή του λόγου του είχε σκοπό να προκαλέσει και κάποιο γέλιο (παρ’ότι κατά την ομιλία του χαρακτήρισε την αντίδραση ως απρόσμενη). Στο συμπαθές του και φιλικό προς την πολιτική του δίκτυο Fox, τα γέλια χαρακτηρίστηκαν ως αντίδραση μιας «ελίτ» που οι Αμερικανοί απαξιώνουν μπροστά στα πραγματικά προβλήματα μιας καθημερινότητας που δεν έχει σχέση με ουτοπικές ιδέες για μια διεθνή τάξη και ηγεσία. Στην πλειοψηφία των Μέσων, όμως, το ζήτημα παραμένει ψηλά. Ο Ντόναλντ Τραμπ για χρόνια κατηγορούσε τις διάφορες κυβερνήσεις των Η.Π.Α. ότι είχαν καταντήσει τη χώρα περίγελο των διεθνών δυνάμεων, όμως μόνο ο ίδιος δέχτηκε τα γέλια ενός διεθνούς ακροατηρίου ως απάντηση σε κάτι που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν μια διθυραμβική και με αυτοπεποίθηση περιγραφή του έργου του. Το Bloomberg δείχνει πώς τα γέλια έγιναν ο πρόλογος μιας κατά τα άλλα σκληρής ρητορικής. Στον Atlantic, ο Ντέιβιντ Γκράχαμ σχολίαζε πως, τουλάχιστον, «η Αμερική μπορεί ακόμα να ενώσει τη διεθνή κοινότητα, ακόμα και αν είναι για να γελάσει». Στην Washington Post, η Τζούλι Σμιθ, πρώην αναπληρώτρια σύμβουλος εθνικής ασφαλείας στο επιτελείο του τότε αντιπροέδρου Τζο Μπάιντεν, τόνιζε πως είναι καλό για τον πρόεδρο να εκτεθεί στο πώς τον βλέπει ο υπόλοιπος κόσμος. Αυτό, όμως, είναι δίκοπο μαχαίρι για έναν πολιτικό που ακόμα περηφανεύεται για τη θεαματικότητα των παλαιών του τηλεοπτικών εκπομπών, και ο οποίος προκάλεσε τα γέλια άλλων αξιωματούχων και σε άλλες στιγμές, όπως όταν ισχυρίστηκε πως η Γερμανία είναι πλέον απολύτως εξαρτημένη ενεργειακά από τη Ρωσία. Η κάμερα συνέλαβε την γερμανική αντιπροσωπεία να γελάει με το σχόλιο, και το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι η αντίδρασή τους ήταν τόσο απαξιωτική, αλλά και το ότι δεν καταπίεσαν την έκφρασή της. Ειδικά όταν και ο πρόεδρος Τραμπ, ο οποίος αυτή τη στιγμή σίγουρα αισθάνεται κάποια προσβολή, δεν φημίζεται για το πόσο καταπιέζει τις εκφράσεις του.

Μοιράσου το άρθρο:



Πηγή

Απάντηση