Μικροσωματίδια πλαστικών καταλήγουν στον ανθρώπινο οργανισμό μέσω της τροφικής αλυσίδας


Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μιας νέας διεθνούς έρευνας, δεν είναι μόνο τα ψάρια που κινδυνεύουν από τα πλαστικά απορρίμματα που καταλήγουν στις θάλασσες του κόσμου.

Οι επιστήμονες του Ιατρικού Πανεπιστημίου της Βιέννης και της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος της Αυστρίας -με επικεφαλής τον δρα Φίλιπ Σβαμπλ– πραγματοποίησαν μελέτη στο πλαίσιο της οποίας μικροπλαστικά (μικρά σωματίδια με διάμετρο μικρότερη των πέντε χιλιοστών) ανιχνεύθηκαν και σε ανθρώπινα κόπρανα.

Οι ερευνητές ανακοίνωσαν τα αποτελέσματά της μελέτης τους στο διεθνές συνέδριο γαστρεντερολογίας της οργάνωσης ευρωπαίων γαστρεντερολόγων United Europe Gastroenterology (UEG Week), που πραγματοποιείται στην πρωτεύουσα της Αυστρίας.

Συγκεκριμένα, σε ένα δείγμα κοπράνων ανιχνεύθηκαν έως εννέα διαφορετικά είδη μικροπλαστικών, με πιο συχνά τα σωματίδια από πολυπροπυλένιο (ΡΡ) και τερεφθαλικό πολυαιθυλένιο (ΡΕΤ). Κατά μέσο όρο κάθε δείγμα περιείχε 20 σωματίδια μικροπλαστικών ανά δέκα γραμμάρια κοπράνων.

Στην έρευνα συμμετείχαν άνθρωποι από 8 διαφορετικές χώρες: Την  Ιταλία, την Ολλανδία, τη Βρετανία, την Αυστρία, την Πολωνία, τη Ρωσία, την Ιαπωνία και τη Φινλανδία.

Τα μικροπλαστικά είτε χρησιμοποιούνται για ειδικούς σκοπούς σε διάφορα προϊόντα, είτε προέρχονται από τη διάσπαση μεγαλύτερων πλαστικών στο περιβάλλον.

Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, η κατανάλωση τροφίμων που διατηρούνται σε πλαστικές συσκευασίες, καθώς επίσης νερού και αναψυκτικών από πλαστικά μπουκάλια, είναι βασική αιτία διείσδυσης των μικροπλαστικών στον ανθρώπινο οργανισμό από το στόμα.

Με χθεσινή έκκριση των ευρωβουλευτών (Τρίτη 23/10) κατά τη Σύνοδο της Ολομέλειας στο Στρασβούργο, δόθηκε το «πράσινο φως» για την υλοποίηση σχεδίου στο πλαίσιο του οποίου προβλέπεται, μεταξύ άλλων, η βελτίωση της ποιότητας και της πρόσβασης στο πόσιμο νερό, μια πιο οικονομική λύση και πιο φιλική για το περιβάλλον -σε σύγκριση με την κατανάλωση εμφιαλωμένου νερού- με απώτερο στόχο την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στο νερό βρύσης.

Βάσει του νέου νόμου προβλέπεται ο περιορισμός των ανώτατων ορίων συγκεκριμένων ρύπων για το πόσιμο νερό, όπως ο μόλυβδος (πρόκειται να μειωθεί στο μισό) και βλαβερά βακτήρια, ενώ περιορίζονται τα ανώτατα όρια για ορισμένα ενδοκρινικά στοιχεία που προκαλούν διαταραχές. Επιπλέον, καθιερώνεται η παρακολούθηση των επιπέδων μικροπλαστικών, η αύξηση των οποίων προκαλεί ανησυχία.

Μικρά σωματίδια πλαστικών που εισέρχονται στο ανθρώπινο πεπτικό σύστημα μπορούν, μεταξύ άλλων, να επιδράσουν στο ανοσοποιητικό μας σύστημα ή να συμβάλλουν στην μεταφορά τοξικών χημικών και παθογόνων μικροοργανισμών στο σώμα.

Ο επικεφαλής της έρευνας ανέφερε για τα αποτελέσματα της μελέτης: «Είναι η πρώτη έρευνα του είδους της και επιβεβαιώνει αυτό που υποπτευόμασταν εδώ και καιρό, ότι τα πλαστικά τελικά φθάνουν στο ανθρώπινο έντερο». «Αυτό», πρόσθεσε, «γεννά ιδιαίτερη ανησυχία για το τι μπορεί να σημαίνει, ιδίως για τους ασθενείς με γαστρεντερικές παθήσεις. Τα πιο μικρά σωματίδια μικροπλαστικών είναι ικανά να διεισδύουν στην κυκλοφορία του αίματος, στο λεμφικό σύστημα, ακόμη και στο ήπαρ. Πρέπει πλέον να κάνουμε περισσότερες μελέτες για να κατανοήσουμε τι σημαίνει αυτό για την ανθρώπινη υγεία».

Αξιοσημείωτο είναι ότι η παγκόσμια παραγωγή πλαστικών έχει αυξηθεί σημαντικά από τη δεκαετία του 1950 και συνεχίζει να αυξάνεται κάθε χρόνο.

Από τις εκτιμήσεις των ειδικών προκύπτει ότι, το 2% έως 5% όλων των πλαστικών καταλήγουν στις θάλασσες και στη συνέχεια καταναλώνονται από ψάρια και άλλους θαλάσσιους οργανισμούς, με αποτέλεσμα να εισέρχονται στην τροφική αλυσίδα και κατ’ επέκταση να «επιστρέφουν» στους ανθρώπους (οι οποίοι με τη σειρά τους τρώνε ψάρια και άλλους θαλάσσιους οργανισμούς).

Ειδικότερα, τα πλαστικά μπουκάλια είναι από τα πιο ευρέως χρησιμοποιούμενα πλαστικά αντικείμενα που βρίσκονται στις ευρωπαϊκές παραλίες. Με την επικαιροποίηση της οδηγίας για το πόσιμο νερό, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή πραγματοποιείται ένα σημαντικό βήμα προς την υλοποίηση της στρατηγικής της ΕΕ για τα πλαστικά που παρουσιάστηκε τον Ιανουάριο του 2018.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η μείωση της κατανάλωσης εμφιαλωμένου νερού αναλογεί σε μείωση 600 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως των δαπανών στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά. Επιπλέον, εάν η εμπιστοσύνη στο νερό της βρύσης αποκατασταθεί, οι πολίτες μπορούν με αυτόν τον τρόπο να συμβάλουν στη μείωση των πλαστικών απορριμμάτων, συμπεριλαμβανομένων των απορριμμάτων θαλάσσης.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Φωτογραφία: AP /Silvia Izquierdo

Μοιράσου το άρθρο:



Πηγή

Απάντηση