Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής: Σημαντικό κοινωνικό μέρισμα στο τέλος του έτους


«Η ελληνική οικονομία παραμένει σε θετική τροχιά, η ανεργία μειώνεται, η απασχόληση και οι αμοιβές αυξάνονται, ενώ με βάση τα σημερινά δεδομένα το πρωτογενές πλεόνασμα εμφανίζεται υψηλότερο κατά 1 δισ. ευρώ σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι, όπως προκύπτει από την έκθεση του Γραφείου για την πορεία της ελληνικής οικονομίας το τρίτο τρίμηνο του έτους. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί περιθώρια για σημαντικό κοινωνικό μέρισμα στο τέλος του έτους, όπως ανακοίνωσε  ο επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού, Φραγκίσκος Κουτεντάκης.

Σύμφωνα πάντα με την έκθεση, η διατήρηση της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις είναι συμβατή με την επίτευξη του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ και ταυτόχρονα συνεπάγεται ελαφρά δημοσιονομική χαλάρωση  και άρα μεγαλύτερη ώθηση στην οικονομική μεγέθυνση, που σε αυτή την περίπτωση προβλέπεται στο 2,3% το 2019.

Σε ό,τι αφορά τις δικαστικές αποφάσεις για τα αναδρομικά των συνταξιούχων, όπως επισημαίνεται στην έκθεση, μπορούν να εγείρουν «επιπλέον δικαστικές διεκδικήσεις από άλλες κατηγορίες μισθωτών ή συνταξιούχων με σημαντικό δημοσιονομικό ρίσκο.

Ο κ. Κουτεντάκης αν και αναγνώρισε το ρίσκο, προέβλεψε πάντως ότι δεν προβλέπεται να δημιουργηθεί «τσουνάμι» υποχρεώσεων του Δημοσίου που θα ανατρέψει τους δημοσιονομικούς στόχους.

Αναλυτικά τα συμπεράσματα:

  • Η πορεία της ελληνικής οικονομίας διατηρεί τα θετικά στοιχεία και στο τρίτο τρίμηνο του έτους.
  • Λιγότερο ενθαρρυντική είναι η εξέλιξη του πληθωρισμού (ΕΔΤΚ) που βρίσκεται στο 1,1% ενώ ο πυρήνας του πληθωρισμού παραμένει ιδιαίτερα χαμηλός στο 0,4%.
  • Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του δημοσίου μειώθηκαν τον Σεπτέμβριο ύστερα από μια παροδική αύξηση τον Αύγουστο, που οφείλεται στην ημερομηνία πληρωμής των φόρων εισοδήματος και τις συνακόλουθες επιστροφές.
  • Στο βαθμό που υλοποιηθούν όλα τα ψηφισμένα μέτρα οικονομικής πολιτικής,οδηγούν σε υπέρβαση των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα (3,9% του ΑΕΠ έναντι στόχου 3,5% το 2019).

Είναι χαρακτηριστικό, όπως σημειώνεται, ότι ακόμα και μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος προσαρμογής τον περασμένο Αύγουστο, οι αποδόσεις των δεκαετών τίτλων του ελληνικού δημοσίου βρίσκονται σε επίπεδα άνω του 4%, κυρίως λόγω της Ιταλίας.

Επιπρόσθετα, οι αποδόσεις των τίτλων του δημοσίου επηρεάζουν το σύνολο των εγχώριων επιτοκίων και διατηρούν σε υψηλά επίπεδα το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, δρώντας αποτρεπτικά για την υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων. Το ενδεχόμενο μιας βραδύτερης από την αναμενόμενη αύξησης των επενδύσεων το 2019, σε συνδυασμό με μία ταχύτερη επιβράδυνση της εξωτερικής ζήτησης για τα εγχώρια αγαθά και υπηρεσίες θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης για το επόμενο έτος.

Η πρόσφατη νομοθετική παρέμβαση για καταβολή των αναδρομικών ποσών σε μισθωτούς και συνταξιούχους των ειδικών μισθολογίων που προέκυψαν από τις δικαστικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας αποτελεί μια πράξη συμμόρφωσης στη συνταγματική νομιμότητα.

Μια ακόμα εστία αβεβαιότητας προέκυψε, όπως επισημαίνεται, από πρόσφατες υποθέσεις που έλαβαν ιδιαίτερη δημοσιότητα και σε διεθνές επίπεδο. Αυτές αφορούν, όπως συμπληρώνεται, «στις δημοσιευμένες λογιστικές καταστάσεις της εισηγμένης εταιρείας Folli Follie και την παραβίαση των κεφαλαιακών ελέγχων της Κίνας από ελληνική επιχείρηση με τη χρήση των συστημάτων πληρωμών POS ελληνικής συστημικής τράπεζας».

Συναφές με το παραπάνω είναι και το γεγονός ότι η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει χαμηλή σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες και εμφανίζει τάσεις επιδείνωσης.

Ενδεικτικά, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα (Doing Business Report, Οκτώβριος 2018), η Ελλάδα κατατάσσεται στην 72 θέση μεταξύ 190 χωρών το 2018 έναντι της 67ης και 61ης θέσης αντίστοιχα το 2017 και το 2016. Επίσης, ο Δείκτης Παγκόσμιας Ανταγωνιστικότητας () του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (World Economic Forum, Οκτώβριος 2018), κατατάσσει την Ελλάδα στην 57η θέση ανάμεσα σε 140 χώρες καταγράφοντας υποχώρηση 4 θέσεων σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο.

Η φορολογία στην Ευρώπη και την Ελλάδα

Σε ιδιαίτερα κεφάλαιο της έκθεσης παρουσιάζονται τα ευρήματα της Έκθεσης του ΟΟΣΑ «Tax Policy Reforms 2018».

Σε επίπεδο χωρών της Ευρωζώνης τις πρώτες θέσεις της κατάταξης των φόρων εισοδήματος φυσικών προσώπων καταλαμβάνουν η Φινλανδία (13%), το Βέλγιο (12,3%) και η Ιταλία (11,1%), ενώ η Ελλάδα βρίσκεται στη δέκατη τέταρτη θέση, με τα έσοδά της από το συγκεκριμένο είδος φόρου στο 5,5% αρκετά χαμηλότερα από το μέσο όρο της Ευρωζώνης, ο οποίος αγγίζει το 8%.

Σε σχέση με τους φόρους σε αγαθά και υπηρεσίες (ΦΠΑ, Ειδικοί φόροι κατανάλωσης, δασμοί) η Ελλάδα κατέχει την πρώτη θέση σε επίπεδο Ευρωζώνης με 15,8%, ενώ ακολουθούν η Εσθονία (14,9%) και η Σλοβενία (14,6%). Στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης βρίσκονται η Ιρλανδία (7,5%) και το Λουξεμβούργο (9,1%). Ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη είναι 11,9%.

Τέλος, στα έσοδα από φόρους στην περιουσία (ιδιοκτησία, μεταβίβαση, χρηματοοικονομικές συναλλαγές) στην πρώτη θέση της Ευρωζώνης βρίσκεται η Γαλλία με 4,1% και ακολουθούν το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο με 3,5%. Στις τελευταίες θέσεις βρίσκονται Εσθονία (0,3%), Σλοβακία (0,4%) και Αυστρία και Σλοβενία (0,6%). Η Ελλάδα καταλαμβάνει την πέμπτη θέση με 2,6%, στο ίδιο ύψος με την Ισπανία και πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (1,8%).

ΠΗΓΗ:ΑΠΕ-ΜΠΕ

Μοιράσου το άρθρο:





Πηγή

Απάντηση