Με «κούρεμα» έως και 45% η αποπληρωμή χρεών των Ταμείων | Ελληνική Οικονομία


Σημαντικό «κούρεμα», αλλά και άμεση (εντός του 2019) πληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών των Ταμείων, που αφορούν τους κλάδους υγείας και δημιουργήθηκαν προς ιδιώτες, παρόχους Υγείας, φαρμακοποιούς, φαρμακευτικές εταιρείες αλλά και ασφαλισμένους πριν αυτοί ενταχθούν στον ΕΟΠΥΥ, από το 2006 έως και το 2012, προβλέπει διάταξη του σχεδίου νόμου του υπουργείου Εργασίας.

Η διαδικασία θα ισχύσει έως το τέλος του 2019 και προβλέπει 100% εξόφληση προς τους ασφαλισμένους – ασθενείς. Αντίθετα, για ιδιώτες και παρόχους, οι πληρωμές προβλέπονται «κουρεμένες» από 5% έως και 45%.

Οι πληρωμές θα πραγματοποιηθούν μετά την εκκαθάριση, αφού συμψηφιστούν με τυχόν ληξιπρόθεσμες κάθε είδους οφειλές προς τον ΕΦΚΑ, πλην των ρυθμισμένων, και μάλιστα κατά παρέκκλιση των διατάξεων περί παραγραφής.

Δραστική μείωση και της μελλοντικής τους σύνταξης «έκρυβε» για τις 250.000 ελεύθερους επαγγελματίες που θα δουν τις εισφορές τους να μειώνονται στο 13,3%, από 1ης Ιανουαρίου 2019, το νομοσχέδιο που κατατέθηκε χθες στη Βουλή. Και αυτό, γιατί προβλέπει ότι οι μελλοντικές συντάξιμες αποδοχές που θα λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης θα είναι σημαντικά μειωμένες. Συγκεκριμένα, το τελικό νομοσχέδιο αναφέρει πως ως συντάξιμες αποδοχές ορίζεται το ποσό που αντιστοιχεί στο ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα που προκύπτει αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά ύψους 20% το ποσόν που πράγματι καταβλήθηκε για κάθε μήνα ασφάλισης. Με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται δραστικά η «ανάσα» που δίνει η μείωση των εισφορών στους μη μισθωτούς.

Μεταξύ άλλων, το σχέδιο νόμου ρυθμίζει και θέματα διοικητικού χαρακτήρα, προβλέπει την αύξηση των τμημάτων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, δίνει τη δυνατότητα στον ΟΑΕΔ να καλύπτει το κόστος της δωρεάν μετακίνησης των ανέργων με τα μέσα μαζικής μεταφοράς μέσω ειδικών προγραμμάτων και εξομοιώνει τους εργαζομένους στα δύο ελεγκτικά σώματα του υπουργείου Εργασίας, το ΣΕΠΕ και τα Περιφερειακά Ελεγκτικά Κέντρα Ασφάλισης (ΠΕΚΑ) του ΕΦΚΑ.

Η ρύθμιση των οφειλών αφορά φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας (ιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια κ.λπ.), φαρμακευτικές εταιρείες, προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού κ.λπ., καθώς και ασφαλισμένους.

Κι ενώ για τους τελευταίους, αλλά και για τους παρόχους που έχουν εκκαθαριστεί οι οφειλές, η εξόφληση θα γίνει στο 100%, για τους υπόλοιπους ιδιώτες, βασική προϋπόθεση ρύθμισης και πληρωμής είναι η γενναία μείωση της οφειλής. Αναλυτικά, τα ποσοστά μείωσης που αφορούν τις οφειλές, προ ΦΠΑ, είναι:

Διαγνωστικά κέντρα – εργαστήρια:

• Για ποσό μηνιαίας οφειλής μέχρι 15.000 ευρώ, ποσοστό έκπτωσης 5%.

• Για ποσό μηνιαίας οφειλής πάνω από 15.000 ευρώ, ποσοστό έκπτωσης 10%.

• Ιδιωτικές κλινικές, κέντρα αποθεραπείας και αποκατάστασης, μονάδες χρόνιας αιμοκάθαρσης για δαπάνες νοσηλείας, ποσοστό έκπτωσης 10%.

Συμβεβλημένοι ιδιώτες ιατροί:

• Για ποσό μηνιαίας οφειλής μέχρι 4.000 ευρώ, ποσοστό έκπτωσης 5%.

• Για ποσό μηνιαίας οφειλής πάνω από 4.000 ευρώ, ποσοστό έκπτωσης 10%.

• Προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού, ποσοστό έκπτωσης 25%, όπως και για δαπάνες ειδικών νοσοκομειακών υλικών (υλικά λαπαροτομίας, ορθοπεδικά υλικά, καρδιοεπεμβατικά, ενδοφακοί, επιθέματα μαστού, υλικά αγγειοπλαστικής κ.ά.).

• Συμβεβλημένοι λοιποί πάροχοι υπηρεσιών υγείας (φυσικοθεραπευτές, λογοθεραπευτές κ.λπ.), ποσοστό έκπτωσης 5%.

• Φαρμακευτικές εταιρείες, ποσοστό έκπτωσης 8%.

• Φαρμακεία, ποσοστό 3,5%.

Για τις λοιπές ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις που προκύπτουν από τυχόν υπόλοιπο λόγω πληρωμής προκαταβολής, αυτές θα εξοφληθούν, για οφειλές μέχρι 15.000 με έκπτωση 20% και για οφειλές πάνω από 15.000 με έκπτωση 45%, επί της συναλλακτικής αξίας του απομένοντος υπολοίπου. Βάσει της διαδικασίας που προβλέπεται, θα διενεργηθεί πρόχειρος λογιστικός έλεγχος από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΕΦΚΑ, και οι οφειλές θα εξοφληθούν (με την έκδοση χρηματικού εντάλματος) εφόσον ο δικαιούχος προσκομίσει στον ΕΦΚΑ πιστωτικό τιμολόγιο (με βάση το «κούρεμα» που προβλέπεται κατά περίπτωση) και υποβληθεί υπεύθυνη δήλωση εκ μέρους του δικαιούχου – παρόχου, με την οποία θα αποδέχεται το «κούρεμα» και παραιτείται χωρίς επιφύλαξη από οποιαδήποτε άλλη αξίωση η οποία πηγάζει από την ίδια αιτία, συμπεριλαμβανομένης και της αξίωσης τόκων μέχρι και την εξόφληση των οφειλών, καθώς και από τα ένδικα μέσα και βοηθήματα.

«Μικρό καλάθι» για τις πληρωμές κρατούν οι ιδιώτες

Αναμενόμενη χαρακτηρίζουν οι εκπρόσωποι των παρόχων υπηρεσιών υγείας (ιδιωτικές κλινικές, διαγνωστικά ιατρεία, φαρμακεία κ.ά.) τη νέα παράταση για την αποπληρωμή των παλαιών ληξιπρόθεσμων χρεών των ασφαλιστικών ταμείων που εντάχθηκαν στον ΕΟΠΥΥ.

Την ίδια στιγμή εκφράζουν αμφιβολίες για το κατά πόσον θα τηρηθεί και το νέο χρονοδιάγραμμα, με δεδομένο ότι πρόκειται για οφειλές που χρονολογούνται από το 2006 έως και το 2012 και σε πολλές περιπτώσεις δεν θα μπορούν ούτε καν να βρεθούν τα πρωτότυπα παραστατικά ώστε να γίνει η εκκαθάριση. Η προηγούμενη καταληκτική ημερομηνία για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών ήταν η 31η Αυγούστου του 2018, και πριν από αυτήν το τέλος του 2017. Μόνο για τις μικρές και μεσαίες ιδιωτικές κλινικές το ποσό των παλαιών οφειλών υπολογίζεται στα 120 εκατομμύρια ευρώ, που στην πλειονότητά τους αφορούν χρέη του ΙΚΑ Αθηνών και του ΟΠΑΔ. Αντίστοιχο ποσό εκτιμάται και για τις παλαιές οφειλές προς τα διαγνωστικά κέντρα και εργαστήρια. Στα δύο εκατομμύρια ευρώ υπολογίζονται οι παλαιές ληξιπρόθεσμες οφειλές των ασφαλιστικών οργανισμών προς τα ιδιωτικά φαρμακεία. Για την πλειονότητα των οφειλών αυτών έχουν υποβληθεί από τους φαρμακοποιούς αγωγές, η εκδίκαση των οποίων ωστόσο έχει λάβει πολλές αναβολές. Ο βασικός λόγος για τις αναβολές είναι και το γεγονός ότι ο νομοθέτης έχει αλλάξει τρεις φορές τον φορέα που υποχρεούται να αποπληρώσει τις οφειλές αυτές. Ειδικότερα, αρχικά προβλεπόταν ότι ο ΕΟΠΥΥ όφειλε να αναλάβει τη διαδικασία αποπληρωμής των χρεών, εν συνεχεία η αρμοδιότητα ανατέθηκε στον ΕΦΚΑ, ενώ με την τελευταία τροποποίηση του θεσμικού πλαισίου το έργο της αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών μοιράζεται μεταξύ του ΕΟΠΥΥ και του ΕΦΚΑ, ανάλογα με το ασφαλιστικό οργανισμό που τα είχε αρχικά δημιουργήσει.





Πηγή

Απάντηση