Τυπικός νόμος για την επέκταση των χωρικών υδάτων: μία απάντηση | ΠΟΛΙΤΙΚΗ


Ο δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω κ. Χρ. Κουτσονάσιος, με κείμενό του που δημοσιεύθηκε στην «Κ» (30.10.2018) αντικρούει, ως «εσφαλμένη και πλημμελή», τη νομική άποψη που διατυπώσαμε στην ίδια εφημερίδα (25.10.2018, σελ. 5): ότι δηλαδή η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης απαιτεί νόμο που ψηφίζεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, όπως ρητώς ορίζει το Σύνταγμα (άρθρ. 27 παρ. 1), άρα για την επέκταση αυτή αποκλείεται η νομοθετική εξουσιοδότηση (βλ. Αργ. Φατούρος, στο Ιωάννου/ Οικονομίδη/Ροζάκη/Φατούρου, Δημ. διεθνές δίκαιο. Σχέσεις διεθνούς και εσωτερικού δικαίου, 1990, σελ. 72-73, Αντ. Μπρεδήμας και άλλοι πλήρως καταξιωμένοι στο διεθνές δίκαιο).

Ο αντίλογoς στα επιχειρήματά του συνοψίζεται ως εξής:

Με το «Άρθρο Πρώτο» του ν. 2321/1995 ορίζεται ότι: «Κυρώνεται, και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας… της οποίας το κείμενο σε πρωτότυπο στην αγγλική και σε μετάφραση στην ελληνική έχουν ως εξής:…». Ολοκληρώνονται δε τα κείμενα αυτά στο τέλος του «Άρθρου Πρώτου».

Στη συνέχεια, η Βουλή ψήφισε το επόμενο «Άρθρο Δεύτερο» του ν. 2321/1995 – που δεν είναι το άρθρο 2 της Σύμβασης, όπως εσφαλμένα γράφει ο Χρ. Κ. – το περιεχόμενο του οποίου, έτσι, είναι εκτός του κειμένου της Σύμβασης και εδώ πράγματι ορίζεται ότι: «Η Ελλάδα έχει το αναφαίρετο δικαίωμα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 της κυρουμένης Συμβάσεως, να επεκτείνει σε οποιονδήποτε χρόνο το εύρος της χωρικής θάλασσας μέχρι αποστάσεως 12 ν.μ…. με προεδρικά διατάγματα μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμαβουλίου».

Εντεύθεν, το «Άρθρο Δεύτερο» περιέχει την εξουσιοδοτική διάταξη που δεν έχει βέβαια υπερνομοθετική ισχύ, αφού δεν αποτελεί περιεχόμενο της Σύμβασης, είναι όμως διάταξη τυπικού νόμου που πρέπει αυτονοήτως να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα. Άρα, η εξουσιοδοτική αυτή διάταξη είναι αντισυνταγματική, διότι αντιβαίνει στο άρθρ. 27 παρ. 1Σ και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί. Άλλωστε, ο κανόνας της «διαδικαστικής αυτονομίας» (βλ. eug. prÉvÉdourou, Autonomie procédurale, 1999) κατά τη μεταφορά δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη ισχύει, εφόσον δεν αντιβαίνει στο Σύνταγμα.

Στην ακραία δε περίπτωση – που κανένας έγκριτος νομικός δεν υποστηρίζει – ότι το «Άρθρο Δεύτερο» εντάσσεται στη Σύμβαση και, άρα, έχει υπερνομοθετική ισχύ κατ’ άρθρο 28 παρ. 1 Σ, υπενθυμίζεται ότι πράγματι οι κυρωμένες συμβάσεις έχουν υπερνομοθετική μεν, πλην υποσυνταγματική ισχύ, άρα υπερισχύει και εδώ η ρύθμιση του άρθρου 27 παρ. 1Σ και όχι η όποια εξουσιοδότηση σε όποιο συμβατικό κείμενο και αν εντάσσεται.

Εκπλήσσει η αποστροφή ότι, εφόσον η εξουσιοδότηση «του άρθρου 2 της Σύμβασης υιοθετήθηκε με συντριπτική πλειοψηφία (πάνω από 200 βουλευτές)», άρα είχε λάβει την έγκριση και της απόλυτης πλειοψηφίας του Κοινοβουλίου (151) που απαιτεί το άρθρο 27 παρ. 1Σ. Δηλαδή, ο κ. Χρ. Κ. υποστηρίζει την καινοφανή νομικά άποψη ότι «εξουσιοδοτική διάταξη» σε νόμο που υπερψηφίσθηκε από τα δύο τρίτα της Βουλής υπερισχύει του ως άνω άρθρου του Συντάγματος!

Με το Άρθρο 3 της Σύμβασης κρίνεται ότι το «Κάθε Κράτος έχει το δικαίωμα να καθορίσει το εύρος της χωρικής του θάλασσας. Το εύρος αυτό δεν υπερβαίνει τα 12 ναυτικά μίλια…». Η «διαδικασία» όμως για τον ως άνω καθορισμό δεν προβλέπεται από τη Σύμβαση, έτσι το κάθε κράτος είναι ελεύθερο να την θεσπίσει σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο. Σε μας απαιτείται έκδοση τυπικού νόμου, δια του οποίου θα υλοποιηθεί η ευχέρεια που μας παρέχει η Σύμβαση, δηλαδή η διεύρυνση της αιγιαλίτιδας ζώνης που σημαίνει την επέκταση, το πρώτον, των συνόρων του κράτους σε τμήμα της θάλασσας. Δεν είναι λοιπόν σωστή η άποψη ότι αρκεί το διάταγμα, αφού «προβαίνει στην τυπική ολοκλήρωση μιας ήδη εγκριθείσας μεταβολής της επικρατείας (της Ελλάδας) από το 1995».

Από τα ανωτέρω καταφαίνεται ότι, αντιθέτως, ήσαν «εσφαλμένες και πλημμελείς» οι αιτιάσεις του Χρ. Κ., τις οποίες επικαλέσθηκε για να αντικρούσει τις θέσεις μας, ο οποίος, άλλωστε, δεν φαίνεται να έχει και ιδιαίτερη εκτίμηση προς το Σύνταγμα, αφού χαρακτηρίζει το όλον άρθρο 27 Σ ως “τυπολατρικό”.

Ελλείψει χώρου δεν αναφερθήκαμε, στο προηγούμενο κείμενό μας, και στις παραπάνω επισημάνσεις που τώρα όμως έπρεπε να αναλύσουμε σαν μορφή διδασκαλίας, κατά κάποιο τρόπο, και γι’ αυτό ευχαριστούμε τον κ. Χρ. Κ. για το ερέθισμα που μας πρόσφερε. Τελικά, η υπεράσπιση του πρώην Υπ. Εξωτερικών δεν έγινε και από το πιο κατάλληλο πρόσωπο. Άλλωστε, ο Άρειος Πάγος δεν ασχολείται με εξειδικευμένα ζητήματα δημοσίου δικαίου.

* Ο κ. Πέτρος Ι. Παραράς είναι Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Επίτιμος Αντιπρόεδρος ΣτΕ. Ο κ. Χάρης Τσιλιώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.





Πηγή

Απάντηση