Αποψη: Ρεαλισμός στο όνομα της Ευρώπης | ΠΟΛΙΤΙΚΗ


Η προσδοκία της επανόδου των ελληνορωσικών σχέσεων στην ιστορική και πολιτική τους κανονικότητα, ύστερα από τις απροσδόκητες θερινές παρεξηγήσεις, συνοδεύει τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα κατά την επίσκεψή του στη Μόσχα. Πρόκειται, οπωσδήποτε, για ενδιαφέρον διπλωματικό γεγονός.

Οι πατροπαράδοτοι πολιτισμικοί δεσμοί μεταξύ των δύο λαών αποτελούσαν ανέκαθεν ισχυρή βάση, ώστε οι ελληνικές κυβερνήσεις, αδιαμφισβήτητα προσανατολισμένες προς τον δυτικό κόσμο, να ενθαρρύνονται στην καλλιέργεια των σχέσεων μεταξύ Αθηνών και Μόσχας. Πράγματι, από την εποχή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, οι Ελληνες πρωθυπουργοί είχαν επιδείξει αρκετή σταθερότητα προκειμένου να αξιοποιηθεί υπέρ των πιεζομένων ελληνικών συμφερόντων ο δομικός ρόλος της Ρωσίας στο σύστημα των διεθνών σχέσεων. Ουδείς εξ αυτών είχε να χειριστεί ευχερείς διεθνείς περιστάσεις. Ολες οι ελληνικές κυβερνήσεις καλούνταν, εξάλλου, να εντάξουν κάθε σχεδιασμό προς την αμοιβαίως επωφελή ελληνορωσική συνεργασία στον κόσμο της μονίμως αντιρωσικής Δύσης. Εν ολίγοις, υποχρεώνονταν σε ποικιλόμορφες ισορροπίες και, με ορισμένες εξαιρέσεις, τις τήρησαν.

Ωστόσο, η νέα επίσκεψη του πρωθυπουργού στη Μόσχα μπορεί να μην είναι ένα διπλωματικό «déjà vu».

Η Ελλάδα επιδιώκει τη ρωσική συμμετοχή στους κυβερνητικούς επενδυτικούς σχεδιασμούς, ύστερα από την ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής σταθερότητας και, αντιστοίχως, την ελληνική συμμετοχή στην κατασκευή του αγωγού φυσικού αερίου «Turkish Stream». Η ανακήρυξη του 2019 ως έτους της ελληνικής και της ρωσικής γλώσσας αντιστοίχως στη Ρωσία και στην Ελλάδα θα ανανεώσει ευκαιρίες πολιτιστικών και επιστημονικών δράσεων.

Τα προαναφερόμενα δεν είναι καινοφανή. Συνιστούν δοκιμασμένη τεχνική για σταθερές και εποικοδομητικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Η ικανοποίηση του στόχου προϋποθέτει, όμως, ρεαλισμό. Οι δύο πλευρές γνωρίζουν ότι το θεσμικό καθεστώς της οικονομικής συνεργασίας τους δεν είναι αποκλειστικώς διμερές. Καθορίζεται από τους κανόνες της Ε.Ε. Θα πρέπει, συνεπώς, να διευθετήσουν και το παράδοξο. Οι ευρωπαϊκές κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας εμποδίζουν την Ελλάδα να προαγάγει τα οικονομικά οφέλη από τη διμερή συνεργασία, αλλά οι ίδιες παραμένουν ενέργεια σαφώς δευτερεύουσας σημασίας για τη Γερμανία και τη Γαλλία, των οποίων οι συναλλαγές με τη Μόσχα παρουσιάζουν άνοδο. Υποκρισία; Το πιθανότερο. Αλλά αναπόσπαστο στοιχείο της πραγματικότητας.

Πάγιες είναι και οι επιδιώξεις της Ελλάδος από τον ισχυρό ρόλο της Ρωσίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Με την προσοχή πάντοτε στραμμένη προς την τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο και στην Κύπρο, η Αθήνα θα μπορούσε, όμως, να αισθάνεται ίσως και ως ζωτική την ανάγκη νέου διαλόγου με τη Μόσχα ως προς τις σχέσεις αμφοτέρων των χωρών με την Αγκυρα. Εξάλλου, ούτε η θρυλουμένη ελληνική ενσωμάτωση στην αμερικανική πολιτική ένταξης των Δυτικών Βαλκανίων στο ΝΑΤΟ ούτε η προχειρολόγος επισήμανση της «εν όπλοις ρωσοτουρκικής συμμαχίας» στη Συρία μπορούν από μόνες τους να ερμηνεύσουν ή, έτι περαιτέρω, να κατευθύνουν την περιπλοκότητα των σχέσεων στην περιοχή. Η ιστορική πεποίθηση πως οι ελληνορωσικές σχέσεις αποτελούν σταθεροποιητικό παράγοντα για τις εξελίξεις στα Βαλκάνια φαίνεται ότι χρειάζεται επικαιροποίηση. Οπως απαιτείται ανανέωση, ίσως, και αναβάθμιση των ελληνικών προσδοκιών από το ρωσικό ενδιαφέρον για τη χαλιναγώγηση της τουρκικής πολιτικής. Επιπροσθέτως, η σταθερή συμβολή της Μόσχας στην προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού εξελίσσεται σε νέο περιβάλλον, επίκεντρο του οποίου είναι εξισορροπούμενοι διεθνείς ανταγωνισμοί στην κυπριακή ΑΟΖ.

Το πραγματικά νέο στοιχείο, το οποίο περιβάλλει την επίσκεψη του κ. Τσίπρα στη Μόσχα, ίσως, δεν εξαντλείται στην ανάγκη νέας ανάγνωσης των παλαιών προβλημάτων. Προέρχεται από την Ευρώπη. Οι σχέσεις της με τη Ρωσία ευρίσκονται στο επίκεντρο νέων αναζητήσεων. Αρκετοί, σταδιακά, κατανοούν ότι η αντιπαλότητα με τη Μόσχα αποσταθεροποιεί την Ε.Ε. Ο Γάλλος πρόεδρος προειδοποίησε μεν ότι η Ενωση δεν θα αναγνωρίσει την προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία, αλλά στους εταίρους του υπέδειξε ρεαλισμό.

Τον κ. Εμανουέλ Μακρόν και την πλειονότητα των δημοκρατικών πολιτών της Ευρώπης ανησυχεί, άλλωστε, η επιρροή της Ακροδεξιάς. Ολοι κατανοούν ότι οι επισκεπτόμενοι την Κριμαία ευρωβουλευτές της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» και του γαλλικού «Εθνικού Συναγερμού» ουδόλως ενδιαφέρονται για τον εκδημοκρατισμό των σχέσεων της Ευρώπης με τη Ρωσία. Παραβιάζουν το εμπάργκο προκειμένου να αμφισβητήσουν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Στοχεύουν στη διάλυση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και καλλιεργούν την επάνοδο στις φαντασιώσεις του εθνικισμού.

Η ελληνική κυβέρνηση δεν είναι πλέον αμέτοχη των μεγάλων διεργασιών για την προοπτική της Ευρώπης. Προς τους Ρώσους συνομιλητές της θα μπορούσε να απευθυνθεί εξ ονόματος ενός ευρύτατου φάσματος φιλειρηνικών δυνάμεων οι οποίες, αν και έχουν με συνέπεια εργαστεί υπέρ της συνεννόησης με τη Μόσχα, αισθάνονται αποστασιοποιημένες από τις ρωσικές αντιλήψεις για την έννοια της κοινωνίας των πολιτών ή τη ρωσική επιφυλακτικότητα έναντι της σύγχρονης αξίας ενός υπερεθνικού οργανισμού. Αλλωστε, η επιδιωκόμενη ευρωρωσική σύγκλιση προϋποθέτει τόσο τη δημοκρατική αναθεώρηση επισφαλών αντιρωσικών επιλογών όσο και την πεποίθηση ότι «το κοινό σπίτι από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια» δεν είναι απλώς ένας καλός συμβιβασμός, αλλά η ώσμωση της κοινής ιδέας δύο πλευρών.

Οι σχέσεις μεταξύ της Ελλάδος και της Ρωσίας ήταν ανέκαθεν υπόθεση των πιο προοδευτικών και ριζοσπαστικών τους δυνάμεων. Στην ανεξαρτησία της Ελλάδος αφιερώθηκαν οι Δεκεμβριστές. Την ελευθερία της ύμνησε ο Πούσκιν. Ηταν αυτοί, οι οποίοι με την Ευρώπη συνέδεαν τη δημοκρατική και ευημερούσα προοπτική και της δικής τους χώρας. Οπως ακριβώς και οι Ελληνες.

* Ο κ. Θοδωρής Ψαλιδόπουλος είναι πρόεδρος του Ελληνορωσικού Συνδέσμου.





Πηγή

Απάντηση