Συνέντευξη Βλ. Γιακούνιν στην «Κ»: Ελλάδα και Ρωσία έχουν πολύ στενούς ιστορικούς δεσμούς | ΠΟΛΙΤΙΚΗ



«Είμαστε ανοιχτοί σε ανθρώπους όλων των τάσεων και ο πλουραλισμός των απόψεων αυξάνει τη δυνατότητα να προβλέπουμε τάσεις», αναφέρει στην «Κ» ο Βλαντιμίρ Γιακούνιν.

Συναντήσαμε τον Βλαντιμίρ Γιακούνιν τον περασμένο Οκτώβριο, στο διεθνές φόρουμ της Ρόδου, που διοργανώνει εδώ και 16 χρόνια, με μεγάλη επιτυχία, το ερευνητικό ινστιτούτο «Διάλογος των Πολιτισμών», του οποίου ο ίδιος είναι ιδρυτής και πρόεδρος. Με αφορμή την επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στη Μόσχα, απευθυνθήκαμε και πάλι στον κ. Γιακούνιν, επικεφαλής του τμήματος πολιτικής διακυβέρνησης στο Πανεπιστήμιο Λεμονόσοφ, για μια επισκόπηση των ελληνορωσικών σχέσεων και της δυναμικής τους.

– Τον περασμένο Σεπτέμβριο, συμπληρώθηκαν 190 χρόνια από την αποκατάσταση επίσημων διπλωματικών σχέσεων ανάμεσα στις χώρες μας. Πού βρίσκονται σήμερα αυτές οι σχέσεις;

– Ελλάδα και Ρωσία έχουν πολύ στενούς ιστορικούς δεσμούς και πολλά κοινά στοιχεία. Μοιράζονται την ίδια θρησκεία και οι ιστορίες τους διαπλέκονται σε βάθος. Και τα δύο έθνη αποτελούν οργανικό τμήμα της Ευρώπης, ενώ λόγω θέσης και ιστορίας λειτουργούν ως γέφυρες με άλλες κουλτούρες και πολιτισμούς, όπως ο ισλαμικός κόσμος. Στους νεότερους χρόνους, οι σχέσεις μας ανάγονται στη γέννηση του ελληνικού κράτους. Οπως γνωρίζετε, ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο πρώτος αρχηγός κράτους στην ανεξάρτητη Ελλάδα, ήταν πρώην υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας επί τσάρου Αλεξάνδρου Α΄. Η συνειδητοποίηση αυτής της συγγένειας ίσως βοήθησε τις δύο χώρες να αποκαταστήσουν φιλικό διάλογο, με αμοιβαίο σεβασμό και να αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις στο πέρασμα του χρόνου. Ασφαλώς, υπάρχουν πολλά θετικά στοιχεία στις διμερείς σχέσεις, συμπεριλαμβανομένου του εμπορίου, που εμφανίζει εντυπωσιακή δυναμική.

– Πώς μπορούν να συμβάλουν στην περαιτέρω ανάπτυξη των πολιτιστικών δεσμών και της κατανόησης ανάμεσα στους λαούς μας μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ), όπως ο «Διάλογος των Πολιτισμών»; Τι να περιμένουμε από το φόρουμ για την επόμενη χρονιά;

– Ο κύριος ρόλος των ΜΚΟ είναι να συνδέουν την πολιτική με την κοινωνία. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα υποκαταστήσουν την παραδοσιακή διπλωματία, αλλά ότι θα τη συμπληρώσουν. Ενα καλό παράδειγμα είναι το Τ20, η συνάντηση think tank από τις χώρες του G20, η οποία λαμβάνει χώρα πριν από κάθε σύνοδο κορυφής και συμβουλεύει τους ηγέτες για σειρά θεμάτων. Σε ό,τι αφορά τις ελληνορωσικές σχέσεις, το φόρουμ της Ρόδου ίσως δεν είναι το καλύτερο παράδειγμα γιατί έχει ευρύτερο χαρακτήρα και καταπιάνεται με κρίσιμα προβλήματα της διεθνούς κοινότητας, από την καταπολέμηση της τρομοκρατίας μέχρι την παγκόσμια οικονομία. Είμαστε ανοιχτοί σε ανθρώπους όλων των τάσεων και ο πλουραλισμός των απόψεων αυξάνει τη δυνατότητα να προβλέπουμε τάσεις. Για παράδειγμα, η διεθνής οικονομική κρίση του 2008 και η μεταναστευτική κρίση του 2015 είχαν προβλεφθεί δύο τρία χρόνια νωρίτερα από ανθρώπους που συμμετείχαν στο φόρουμ. Βεβαίως, μας ικανοποιεί να ακούμε ότι η δουλειά μας συμβάλλει στην ενίσχυση των δεσμών μεταξύ Ελλήνων και Ρώσων και αυτό μας ενθαρρύνει να καλλιεργούμε καλές σχέσεις ανάμεσα στα άλλα τα έθνη και τους πολιτισμούς που αντιπροσωπεύονται στις δραστηριότητές μας. Εχει συμβολική σημασία το ότι το φόρουμ διεξάγεται στην Ελλάδα, λίκνο της δημοκρατίας και σταυροδρόμι πολιτισμών.

– Θα λέγατε ότι η αναταραχή των προηγούμενων μηνών στις ελληνορωσικές σχέσεις αποτελεί πλέον παρελθόν;

– Οπως είπα, στις ελληνορωσικές σχέσεις υπάρχουν παράγοντες μεγαλύτερου βάρους και σημασίας από την πολιτική συγκυρία. Οι αποφάσεις πολιτικών δεν μπορούν να ανατρέψουν το γεγονός ότι Ρώσοι και Ελληνες συνδέονται με δεσμούς εμπιστοσύνης και φιλίας. Είμαι πεπεισμένος ότι ο διάλογος και η συνεργασία στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών θα εξομαλύνουν τις δύσκολες στιγμές που εμφανίζονται στο διακυβερνητικό επίπεδο.

– Τι προσδοκάτε από την επίσκεψη του Ελληνα πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, στη Μόσχα;

– Οι συναντήσεις κορυφής είναι πολύ σημαντικό εργαλείο για την ανάπτυξη των διμερών σχέσεων. Και είναι ακόμη περισσότερο σημαντικό όταν, για τον άλφα ή βήτα λόγο, αυτές οι σχέσεις δοκιμάζονται από εντάσεις. Τη στιγμή όπου η διεθνής κατάσταση εμφανίζεται άκρως τεταμένη και ασταθής, δικαιούμαστε να προσδοκάμε ότι οι ηγέτες των χωρών μας θα καταφέρουν όχι μόνο να επιδιορθώσουν τις διμερείς σχέσεις, αλλά και να προτείνουν στη διεθνή κοινότητα θετικά αποτελέσματα με τον διάλογο ως το πλέον ουσιώδες εργαλείο στη διευθέτηση των διεθνών προκλήσεων.





Πηγή

Απάντηση