Ολα στο τραπέζι στη Μόσχα | ΠΟΛΙΤΙΚΗ



Οι κ. Αλ. Τσίπρας και Βλαντιμίρ Πούτιν έκαναν σαφές, κατά τη χθεσινή τους συνάντηση, ότι το επεισόδιο των απελάσεων του προηγούμενου θέρους αποτελεί παρελθόν.

Οι υπαρκτές δυνατότητες συνεργασίας στην οικονομία και ανάπτυξης των διαύλων ήπιας διπλωματίας, αλλά και οι αποκλίσεις στην αντίληψη των βασικών γεωπολιτικών παραμέτρων, με κύρια τη στρατηγική σχέση που έχουν αναπτύξει Ρωσία και Τουρκία, ήταν εμφανείς στις δηλώσεις του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα και του προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, μετά τη χθεσινή συνάντησή τους στη Μόσχα. Η διάθεση για εξομάλυνση των σχέσεων μετά τις απελάσεις του περασμένου Ιουλίου ήταν σαφής, ενώ η δημόσια, αμφίδρομη πρόθεση για προώθηση του αγωγού Turkish Stream από την Τουρκία και στο ελληνικό έδαφος, προκειμένου από εκεί να συνεχίσει και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ήταν ίσως η πιο σημαντική εξαγγελία των δύο ηγετών. Ο κ. Τσίπρας από την πλευρά του, πάντως, δεν παρέλειψε να εκφράσει τις ανησυχίες του για τη συνεργασία Ρωσίας και Τουρκίας, αναφερόμενος, εμμέσως πλην σαφώς, στη συμφωνία Μόσχας και Αγκυρας για την προμήθεια πυραύλων τύπου S-400. «Εξέφρασα τις δικές μας ανησυχίες σε σχέση με τα νέα εξοπλιστικά προγράμματα της Τουρκίας», είπε ο κ. Τσίπρας τονίζοντας ότι εκ των πραγμάτων αυτά συνδυάζονται «με το “casus belli” που (η Αγκυρα) διατηρεί σε βάρος μας».

Ο κ. Τσίπρας εξήγησε, όπως είπε, στον Ρώσο πρόεδρο τις ευαισθησίες της Ελλάδας σχετικά με τη συμφωνία των Πρεσπών και τις διαπραγματεύσεις που κατέληξαν σε αυτή, επισημαίνοντας ότι εντάσσεται σε μια προσπάθεια διευθέτησης ενός ευρύτερου ζητήματος, με σκοπό την καταπολέμηση των εθνικισμών, αλλά και την αποφυγή συγκρούσεων σε μια ευρύτερη περιοχή όπως τα Δυτικά Βαλκάνια. Και οι δύο ηγέτες έκαναν σαφές ότι το επεισόδιο των απελάσεων του προηγούμενου θέρους αποτελεί παρελθόν. «Η σελίδα αυτή έχει κλείσει», δήλωσε ο κ. Πούτιν τονίζοντας ότι «από την αρχή δεν συμφωνούσαμε με τις απελάσεις διπλωματών». Επ’ αυτού ο κ. Πούτιν πρόσθεσε ότι όσα έχουν ειπωθεί περί «συνωμοσίας σε βάρος της Ελλάδας» είναι «σαχλαμάρες». Μάλιστα υπογράμμισε ότι όταν υπάρχουν ερωτήματα σε επίπεδο μυστικών υπηρεσιών «υπάρχουν δίαυλοι» οι οποίοι ενεργοποιούνται χωρίς να χρειάζονται «θεατρικά έργα». Επ’ αυτού ο κ. Τσίπρας ανέφερε ότι όσο είναι εκείνος πρωθυπουργός, η Ελλάδα δεν θα κινείται με γνώμονα τις πιέσεις τρίτων χωρών, αναφέροντας ως παράδειγμα τις αποστάσεις που τήρησε η Αθήνα από τους «υπόλοιπους εταίρους της στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και την επιθυμία να υπάρξει συντονισμένη πολιτική απελάσεων ως αντίποινα στην υπόθεση Σκριπάλ». Ωστόσο, πρόσθεσε ότι «όταν βλέπουμε μεμονωμένα γεγονότα, και είμαι βέβαιος ότι ήταν πράγματι μεμονωμένα τα περιστατικά αυτά, που μας ενοχλούν, είμαστε υποχρεωμένοι να δίνουμε μηνύματα και ταυτόχρονα να κοιτάμε μπροστά». Ως προς τον αγωγό Turkish Stream, ο κ. Πούτιν επισήμανε ότι η Ρωσία προμηθεύει με ενεργειακούς πόρους «πάνω από το 50% του φυσικού αερίου και το 10% του πετρελαίου στην Ελλάδα. Είμαστε έτοιμοι να εξετάσουμε την πιθανότητα πρόσκλησης ελληνικών εταιρειών να συμμετάσχουν σε μεγάλα έργα υποδομής για τη μεταφορά ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη μέσω της νότιας διαδρομής».

Και οι δύο ηγέτες έκαναν, επίσης, ιδιαίτερη αναφορά στον αριθμό των Ρώσων τουριστών στην Ελλάδα, εκφράζοντας την ελπίδα ότι θα αγγίξει το ένα εκατομμύριο ετησίως. Ο κ. Τσίπρας αναφέρθηκε στη διαφορετική οικονομική κατάσταση της Ελλάδας σήμερα, σε σχέση με το 2015 και την πρώτη επίσημη επίσκεψή του ως πρωθυπουργού στο Κρεμλίνο. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι σήμερα όπως και τότε παραμένει σταθερή η άποψή του ότι «οποιαδήποτε ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας ή πρωτοβουλία για λύση σημαντικών παγκόσμιων προκλήσεων πρέπει να συμπεριλαμβάνει τη Ρωσία και να βασίζεται σε έναν ειλικρινή διάλογο μαζί της». Ο κ. Τσίπρας, μάλιστα, δήλωσε ότι η Ελλάδα επιθυμεί να παίξει τον ρόλο γέφυρας ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση. Οι δύο ηγέτες συνομίλησαν επίσης για το Κυπριακό αλλά και τις προοπτικές ειρήνης σε Λιβύη και Συρία. Ο κ. Τσίπρας, μάλιστα, αναφέρθηκε στα περί στρατιωτικοποίησης της Κύπρου, λέγοντας ότι συνομίλησε και με τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Ν. Αναστασιάδη, και παρατήρησε πως δεν είχε λογική μια τέτοια σκέψη, την ώρα που Κύπρος και Ελλάδα αγωνίζονται για την απομάκρυνση των κατοχικών στρατευμάτων από το νησί.

Απάντηση από τις ΗΠΑ για Κύπρο

«Χαρακτηριστικά παράλογη» αποκαλεί αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ την πρόσφατη δήλωση της εκπροσώπου του ρωσικού ΥΠΕΞ για «στρατιωτική συσσώρευση» ΗΠΑ και ΝΑΤΟ στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. «Τον Νοέμβριο, οι ΗΠΑ και η Κύπρος υπέγραψαν μη δεσμευτική δήλωση προθέσεων, εκφράζοντας την επιθυμία των δύο χωρών να διερευνήσουν ευκαιρίες για εμβάθυνση της διμερούς συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, όπως η αντιτρομοκρατία, η αντιμετώπιση καταστροφών, η ασφάλεια του κυβερνοχώρου και η καταπολέμηση του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος, ανέφερε ο αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ απαντώντας σε ερώτηση Ελληνα ανταποκριτή.

Εν τω μεταξύ, χθες, πριν από τη συνάντηση των Βλαντιμίρ Πούτιν και Αλέξη Τσίπρα, ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας Σεργκέι Λαβρόφ χαρακτήρισε σε συνέντευξή του (Εφημερίδα των Συντακτών) «προφανή, κατακόρυφη και συνεχή» την παρέμβαση των ΗΠΑ και της Ε.Ε. «στις εσωτερικές υποθέσεις της Μακεδονίας». Και υπογράμμισε ότι «το δημοψήφισμα, όπως είναι γνωστό, απέτυχε. Σ’ αυτή την κατάσταση στη Βουλή στις 19 Οκτωβρίου, με εκβιασμό και χρηματισμό βουλευτών, επιβλήθηκαν οι συνταγματικές αλλαγές, με άμεση εμπλοκή ξένων διπλωματών, συμπεριλαμβανομένου και του εκεί πρέσβη των ΗΠΑ». Ο κ. Λαβρόφ ανέφερε επίσης ότι οι διαβουλεύσεις Ε.Ε. – ΠΓΔΜ «μπορούν να διαρκέσουν, όπως λέει η εμπειρία, μερικές δεκαετίες».





Πηγή

Απάντηση