Χρήστος Ζαχαράκις: Η ελληνική εξωτερική πολιτική και το σύνδρομο του «καλού παιδιού» | ΠΟΛΙΤΙΚΗ



«Εγώ ως Ζαχαράκις λέω να μην περάσει η συμφωνία των Πρεσπών. Δεν σημαίνει ότι θα γίνει και έτσι», σημειώνει ο πρέσβης επί τιμή στις «Συναντήσεις».

Οι πρόσφατες δηλώσεις του Ζόραν Ζάεφ περί δυνατότητας «διδασκαλίας της “μακεδονικής” γλώσσας» στην Ελλάδα αλλά και περί «αιγαιατών “Μακεδόνων”» δεν αποκλείεται να λειτουργήσουν ως θρυαλλίδα εξελίξεων για την τύχη της συμφωνίας των Πρεσπών. Αυτό είναι ορατό στα συναισθήματα απογοήτευσης έως και θυμού που χαρακτηρίζουν όσους στήριξαν αυτή τη συμφωνία, ακόμη και υπό το σκεπτικό ότι είναι καλύτερο να έχεις μία ατελή συμφωνία, παρά τίποτε.

Ωστόσο, για τον γεννημένο στην Αθήνα το 1939, πρέσβη επί τιμή Χρήστο Ζαχαράκι, οι δηλώσεις Ζάεφ δεν αποτέλεσαν έκπληξη. «Από την πρώτη ώρα, πριν καν μπουν οι υπογραφές στις Πρέσπες, άρχισε να μιλάει για Ελληνες και Μακεδόνες και εκεί, ακριβώς, είναι η καρδιά του προβλήματος», επισημαίνει στις «Σαββατιάτικες Συναντήσεις», υπογραμμίζοντας πως ο τρόπος που είναι διατυπωμένη η συμφωνία, «επιτρέπει στην άλλη πλευρά να την αξιοποιεί κατά πώς την εξυπηρετεί για τα δικά της συμφέροντα».

Ο Ζαχαράκις έχει ισχυρή άποψη για το ζήτημα. Από το 1994 διετέλεσε μόνιμος αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ, όπου διαπραγματεύθηκε την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995 με τα Σκόπια, καθώς και το θέμα της ονομασίας τους έως το 1999.

Στη διάρκεια της συζήτησής μας αναδεικνύει δύο, κατά την άποψή του, ουσιώδη προβλήματα της συμφωνίας: Αφενός ότι εκ των πραγμάτων υποτιμήθηκαν τα στοιχεία της εθνικότητας και της γλώσσας, αφετέρου ότι η συμφωνία υλοποιήθηκε με ταχείς ρυθμούς, λόγω έντονου ενδιαφέροντος από τρίτες χώρες, στοιχείο που δεν αξιοποίησε η Αθήνα.

«Ολα αυτά τα χρόνια, τα Σκόπια αρνούνταν ουσιαστικά να συζητήσουν οτιδήποτε άλλο πέραν της συνταγματικής τους ονομασίας», σημειώνει ο Ζαχαράκις. Ως αποτέλεσμα, διαπραγμάτευση ουδέποτε είχε προχωρήσει στα υπόλοιπα δύο στοιχεία, «που συνέθεταν ωστόσο ένα όλον, τη γλώσσα και την εθνότητα». Κάτι που άλλαξε, του επισημαίνω, στις Πρέσπες. «Δεν κρίνω εάν το όνομα είναι καλό ή κακό, σωστό ή άδικο. Η, εντός εισαγωγικών, παραχώρηση αυτή από τα Σκόπια, επέτρεψε να προχωρήσει η διαπραγμάτευση στα υπόλοιπα δύο θέματα, τα οποία όμως η Αθήνα τα παρέδωσε και τα δύο», είναι η αιχμηρή απάντησή του.

«Η διαπραγμάτευση αυτή είχε ένα περίεργο στοιχείο, ότι έγινε κατά τρόπο πολύ γρήγορο», προσθέτει ο Ζαχαράκις. «Εκτός από τους δύο αντισυμβαλλομένους, το ενδιαφέρον των τρίτων ήταν τόσο απροκάλυπτο που θα έπρεπε να γίνει αντιληπτό και να τύχει αξιοποιήσεως από την ελληνική πλευρά. Ηταν φανερό ότι η πλευρά των Σκοπίων βρισκόταν στην ανάγκη να βρει μία λύση», σημειώνει. Η Αθήνα θα μπορούσε να επιδιώξει το όνομα «Σλαβομακεδονία» εκτιμά, εξηγώντας πως «έδινε μία πιο καθαρή εικόνα στην όλη υπόθεση και, ταυτόχρονα, διευκόλυνε και τα άλλα δύο πεδία της συμφωνίας, ότι δηλαδή η εθνότητα και η γλώσσα θα ήταν σλαβομακεδονική».

Ο συνομιλητής μου δεν συμμερίζεται την άποψη ότι είναι καλύτερη μία ελλιπής συμφωνία από τη μη συμφωνία. «Το δίλημμα θα ίσχυε εάν είχαμε μία καλή συμφωνία και εμείς επιμέναμε ότι δεν θέλουμε καμία συμφωνία» σχολιάζει, ενώ στο ερώτημά μου εάν ο ίδιος θα εισηγείτο να απορριφθεί από την ελληνική Βουλή, σημειώνει: «Εγώ ως Ζαχαράκις λέω να μην περάσει. Δεν σημαίνει ότι θα γίνει και έτσι. Δεν νομίζω ότι αυτοί που θα ψηφίσουν υπέρ της συμφωνίας είναι όλοι, στην πράξη και στην ουσία, υπέρ αυτής, άλλοι λόγοι συντρέχουν. Το όλο σκεπτικό πίσω από την απόφασή μας να φτάσουμε σε μία τέτοια συμφωνία ήταν ότι πρέπει να εξυπηρετηθούν λόγοι εξωγενείς… εάν αυτό εξακολουθεί να ισχύει, βεβαίως να περάσει».

Του μεταφέρω το επιχείρημα ότι μία υπαναχώρηση της Ελλάδας τώρα, θα την καθιστούσε στόχο φίλιων πυρών. Ο Ζαχαράκις δεν έχει αμφιβολία ότι έτσι θα συνέβαινε. «Είναι αρχή των διεθνών σχέσεων ότι τα μικρότερα κράτη είναι καρπαζοεισπράκτορες. Δεν είναι θέμα ρομαντισμού ή μη, είναι θέμα ρεαλισμού. Οπως όλα, όμως, έτσι κι αυτό έχει τα όριά του. Και αυτά τα όρια αποκαλύπτουν ότι μπορεί να αναφανούν δυνάμεις που δεν τις υπολογίζει κανείς… Υπάρχει τρόπος να αναζητήσεις συμμαχίες και στηρίγματα, ανάλογα με τα συμφέροντα των άλλων χωρών. Στηρίγματα, τα οποία βέβαια θα πληρωθούν. Τίποτε δεν δίνεται τσάμπα στις διεθνείς σχέσεις, τίποτε δεν δίνεται για λόγους συμπάθειας ή λόγους αγάπης».

Με διαδρομή 35 ετών στο διπλωματικό σώμα και έχοντας, μεταξύ άλλων, υπηρετήσει ως πρέσβης στη Λευκωσία και στο Λονδίνο, ο Ζαχαράκις βρέθηκε επικεφαλής της ελληνικής διπλωματικής αντιπροσωπείας στην Ουάσιγκτον επί προεδρίας Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου. Καθώς η συζήτησή μας γίνεται σχεδόν παράλληλα με την εξόδιο ακολουθία για τον πρώην Αμερικανό πρόεδρο, ρώτησα τον πρέσβη Ζαχαράκι για την τότε στάση του Λευκού Οίκου έναντι των Σκοπίων. «Ο πρόεδρος Μπους, ούτως ή άλλως άνθρωπος μετριοπαθής, προσπαθούσε να αποφύγει τις ακραίες θέσεις και εισηγήσεις που του υπέβαλε το σύστημα», αφηγείται ο Ζαχαράκις, εξηγώντας πως ο τότε πρόεδρος και το επιτελείο του Λευκού Οίκου ήρθαν συχνά σε αντιπαράθεση με τους «σκληρούς» του State Department (James Baker και L. Eagleburger) για το ζήτημα και των Σκοπίων. Ο ίδιος αποδίδει αυτή τη στάση και στις εξαιρετικά καλές προσωπικές σχέσεις του Μπους με τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. «Μιλούσαν στο τηλέφωνο απευθείας, είχαν εξαιρετική σχέση και αυτό προφανώς επηρέαζε, χωρίς βέβαια να μεταβάλει το βασικό σχήμα που ίσχυε τότε και ισχύει και σήμερα ότι δηλαδή οι σχέσεις Αθήνας – Ουάσιγκτον είναι διμερείς αλλά με τριγωνική διάσταση, καθώς περνάνε από την Αγκυρα». Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι ΗΠΑ καθυστέρησαν σημαντικά να αναγνωρίσουν τη FYROM, το έπραξαν το 1994 και ενώ είχε αρχίσει η συζήτηση περί ενδιάμεσης συμφωνίας. Εις ό,τι αφορά τον δικό του ρόλο εκείνη την περίοδο στην Ουάσιγκτον, σημειώνει με χιούμορ: «Ξέρετε, όταν οι ηγέτες αναπτύσσουν προσωπικές, καλές σχέσεις, οι ενδιάμεσοι κρίκοι –εν προκειμένω οι πρέσβεις– κατά κάποιον τρόπο περιττεύουν. Οι πρέσβεις είναι χρήσιμοι όταν οι σχέσεις είναι κακές ή δεν υπάρχουν καθόλου σχέσεις».

Κλείνοντας, του ζητώ το σχόλιό του για την ελληνική εξωτερική πολιτική. «Διαχρονικά, η εξωτερική μας πολιτική ταλανίζεται από το πιστοποιητικό της καλής συμπεριφοράς, από το “σύνδρομο του καλού παιδιού” έναντι των ισχυρών», σημειώνει και μετά μια μικρή παύση προσθέτει: «Αλλά αυτό δεν είναι κάτι νέο, ισχύει από τότε που τρία ελληνικά κόμματα είχαν επίθετο ξένης χώρας!».





Πηγή

Απάντηση