Αποψη: Αναθεώρηση και ανεξάρτητες αρχές | ΠΟΛΙΤΙΚΗ


Η δημόσια συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση που απασχολεί εντατικά τους τελευταίους μήνες την πολιτική επικαιρότητα δεν φαίνεται μέχρι στιγμής να εστιάζει ιδιαίτερα στην πρόταση για την τροποποίηση του ισχύοντος άρθρου 101Α του Συντάγματος περί των ανεξάρτητων αρχών. Αξίζει να επισημανθεί ότι πρόκειται για πρόταση κατά το ένα σκέλος της οποίας συμπίπτει η θέση του μείζονος εταίρου της κυβερνητικής πλειοψηφίας με εκείνη της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Ειδικότερα, ενώ η ισχύουσα διάταξη του Συντάγματος προβλέπει ως προς την εκλογή των μελών των αρχών από τη διάσκεψη των προέδρων της Βουλής ομοφωνία ή τουλάχιστον απόφαση των 4/5 των μελών της διάσκεψης, η προτεινόμενη ρύθμιση αρκείται σε πλειοψηφία των 3/5. Στη συνέχεια, ο μεν ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να συνδέει την αρμοδιότητα αυτή με τη διάσκεψη των προέδρων, ενώ στην πρόταση της Ν.Δ. γίνεται λόγος για «ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή», χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό.

Τη συμπερίληψη του ζητήματος εκλογής των μελών των αρχών στην ύλη της υπό εξέλιξη αναθεωρητικής συζήτησης υπαγορεύουν η ίδια η θεσμική εμπειρία και οι επί μακρόν άγονες διαδικασίες των τελευταίων χρόνων για την επίτευξη ομοφωνίας ή ευρύτατης συναίνεσης. Είναι πολύ πρόσφατη η ιστορία των αλλεπάλληλων αδιεξόδων ως προς τη συγκρότηση των αρχών, που στην περίπτωση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης έπληξε καίρια το κύρος της διαδικασίας για τη χορήγηση των τηλεοπτικών αδειών και οδήγησε στη δικαστική ακύρωση του κυβερνητικού σχεδιασμού.

Η αναζήτηση λύσης, ωστόσο, στο πρόβλημα διά της σχετικοποίησης των αναγκαίων πλειοψηφιών φαίνεται να παραγνωρίζει μια εγγενή αδυναμία των ανεξάρτητων αρχών, που ανάγεται στο έλλειμμα δημοκρατικής τους νομιμοποίησης και στη σχέση τους με την αρχή της υπεύθυνης διακυβέρνησης. Ειδικότερα, η πλέον αμφιλεγόμενη διάσταση των ανεξάρτητων αρχών συνδέεται με την υβριδική φύση τους και την ενεργή εμπλοκή τους σε φυσικά πεδία –υψηλού διακυβεύματος, ενίοτε– της εκτελεστικής εξουσίας, χωρίς να διαθέτουν τις αντίστοιχες εγγυήσεις κοινοβουλευτικής λογοδοσίας. Η ευρύτατη συναίνεση που έθεσε, συνεπώς, ο αναθεωρητικός νομοθέτης του 2001 ως προϋπόθεση για τη συγκρότηση των αρχών προσβλέπει αντισταθμιστικά στην άρση –εν μέρει, τουλάχιστον– της προαναφερόμενης θεσμικής ασυμμετρίας. Επιδιώκει, δηλαδή, να διασφαλίσει μείζονες συναινέσεις ως προς τα πρόσωπα εγνωσμένου κύρους που απαιτεί ο νόμος για τη συγκρότηση των αρχών. Κυρίως, δε, επιδιώκεται να δοθεί έμφαση στο ανεξάρτητο, υψηλού επιστημονικού κύρους και μη κομματικώς εξαρτώμενο προφίλ του ιδανικού υποψηφίου. Μόνο τέτοια πρόσωπα θα μπορούσαν να τύχουν ευρύτατης, υπερκομματικής αποδοχής από τα μέλη της διάσκεψης των προέδρων – στην οποία ούτως ή άλλως, αποτυπώνονται οι εκάστοτε κομματικοί συσχετισμοί.

Η απομείωση, πάντως, της αναγκαίας πλειοψηφίας στα τρία πέμπτα τείνει στη λογική του ελάχιστου κοινού παρονομαστή, ενώ η αναθεωρητική πρόταση μοιάζει να προσχωρεί μοιρολατρικά σε μια εγνωσμένη παθογένεια του ελληνικού πολιτικού συστήματος: την ανυπαρξία διαβουλευτικού πνεύματος και την απροθυμία άμβλυνσης των μονοκομματικών ή ολιγοκομματικών επιλογών. Ζητούμενο, λοιπόν, θα έπρεπε να παραμείνει η επίμονη αναζήτηση αξιόπιστων συνισταμένων, πέρα από τα όρια της στενόχωρης, κομματικής λογικής. Οσο κι αν η έκπτωση στον λόγο των τριών πέμπτων υπαγορεύεται από την αναζήτηση ρεαλιστικών λύσεων, πρόβλημα αποτελεί πάντως το γεγονός ότι ακόμη και για θεσμικά όργανα που περιγράφονται ως «ανεξάρτητες αρχές», η επιδίωξη της ομοφωνίας ή της πλειοψηφίας των τεσσάρων πέμπτων εγγράφεται στην κομματική λογική του μη εφικτού.

Κατά δεύτερον, θετικά αποτιμάται η προτεινόμενη στην κυβερνητική πρόταση αυξημένη πλειοψηφία –τρία πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών– ως προϋπόθεση για την ψήφιση νόμου που αφορά εφεξής την ίδρυση κάθε νέας ανεξάρτητης αρχής. Πέραν των συνταγματικών, ο πληθωρισμός των ήδη υφιστάμενων νομοθετικά κατοχυρωμένων αρχών θέτει –ή θα έπρεπε να θέτει– μετ’ επιτάσεως ζητήματα πολιτικής ευθύνης και δημοκρατικής διακυβέρνησης. Στο πνεύμα αυτό, προφανώς ευπρόσδεκτη –αν και αόριστη– είναι επίσης η πρόταση περί ρητής υπαγωγής των αρχών στον έλεγχο της Βουλής.

Η αυξημένη πλειοψηφία που προβλέπεται ως προϋπόθεση ψήφισης του ιδρυτικού νόμου για κάθε νέα ανεξάρτητη αρχή τουλάχιστον υποβάλλει κοινοβουλευτική περίσκεψη. Είναι δεδομένο ότι επείγουν ο εξορθολογισμός του διοικητικού τοπίου –ο αριθμός των αρχών υπερβαίνει ήδη τις τριάντα– και η επανεξέταση της τυπολογίας τους υπό το πρίσμα των αναγκαίων δημοκρατικών εγγυήσεων, ιδίως δε της κοινοβουλευτικής λογοδοσίας. Είναι κρίμα, επίσης, που παρέμεινε μετέωρο το πρόσφατο εγχείρημα σχεδιασμού νέου, ενιαίου νομοθετικού πλαισίου, με πεδίο εφαρμογής το σύνολο των ανεξάρτητων αρχών.

Τέλος, προβληματισμό δημιουργεί η ρητή πρόβλεψη περί παράτασης των υφιστάμενων θητειών έως την επιλογή νέων μελών. Η πρόταση αυτή, που εισάγεται στο αναθεωρητικό σχέδιο της Ν.Δ., νομιμοποιεί με συνταγματική περιωπή μια κακή διοικητική πρακτική, την οποία το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κρίνει –και ορθότατα– ως μη συμβατή με το Σύνταγμα. Οι διαδοχικές νομοθετικές παρατάσεις θητειών μετά τη λήξη τους –καθ’ υπέρβασιν κάθε έννοιας εύλογου χρόνου– υπονομεύουν πρωτίστως την ανεξαρτησία καθεαυτή των αρχών. Για τον λόγο αυτό, η υιοθέτηση μιας τέτοιας λύσης παράγει πραγματικούς κινδύνους για τη λειτουργία των αρχών, δρα διαβρωτικά ως προς το κύρος των πράξεών τους, ενώ δεν παιδαγωγεί τους πολιτικούς επισπεύδοντες προς την εξαντλητική αναζήτηση των αναγκαίων σύνθετων λύσεων.

Η δεινή πολιτική και δημοσιονομική συγκυρία της τελευταίας δεκαετίας καθιστά ακόμη πιο επείγουσα την επαναφορά στη θεσμική κανονικότητα. Η αναθεωρητική διαδικασία είναι μια ευκαιρία για επανασύνδεση με τα αυτονόητα του ορθού, δικαιοκρατικού λόγου. Προς την κατεύθυνση αυτή, υφίσταται άμεση ανάγκη –«ότι χρόνος ουκέτι έσται»– για άρση των στρεβλώσεων στο πεδίο των ανεξάρτητων αρχών: για γενναίες παρεμβάσεις του κοινού νομοθέτη και τη συνταγματική πρόβλεψη αυξημένων πλειοψηφιών, όταν πρόκειται για ίδρυση νέων αρχών.

* Η κ. Κατερίνα Παπανικολάου είναι δικηγόρος – μέλος της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών.





Πηγή

Απάντηση