Αρθρο Ιωάννη Βαρβιτσιώτη: Το κέντρο της Αθήνας πρέπει να ανακτήσει τη λάμψη του | ΠΟΛΙΤΙΚΗ


Ε​​νας από τους λόγους που τα τελευταία χρόνια εγκαταλείπω συχνά την Αθήνα και αποσύρομαι στον Μυστρά είναι το αίσθημα της «ασχήμιας» το οποίο με καταλαμβάνει όταν περπατώ στους άλλοτε όμορφους δρόμους της πρωτεύουσας. Τα παλιά αρχοντικά έχουν δώσει, πλέον, τη θέση τους σε ρυπαρά και εγκαταλελειμμένα κτίρια. Η απαράμιλλη αρχιτεκτονική ομορφιά των προσόψεών τους καλύπτεται, πλέον, από τοιχοκολλημένες αφίσες και γραμμένα συνθήματα. Και η νεοκλασική τους διαχρονικότητα «μουντζουρώνεται» από εφήμερες και αμφιβόλου αισθητικής δημιουργίες της «τέχνης του δρόμου».

Η πόλη που κάποτε ήταν κοσμημένη από παλιά αρχοντικά έχει μεταμορφωθεί σε πρωτεύουσα των αφισών και των γκράφιτι. Και η φυσιογνωμία των κτιρίων της δεν αντανακλά, πλέον, τον πολιτισμό της, αλλά τη «θαμπωμένη» εικόνα της στο σήμερα. Είναι απαράδεκτο δημόσια και κλασικά κτίρια που προβάλλουν τον πολιτισμό μας και στολίζουν την πόλη μας, αντί να φυλάσσονται ως μνημεία, να βανδαλίζονται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η τριλογία των κλασικών κτιρίων της Πανεπιστημίου. Η Ακαδημία, η Εθνική Βιβλιοθήκη και το Πανεπιστήμιο Αθηνών, που αποτελούν αρχιτεκτονικά στολίδια της Αθήνας –και όχι μόνο–, δέχονται συχνά «καλλιτεχνικές» επιθέσεις. Ετσι φτάσαμε στο απαράδεκτο σημείο η Ακαδημία Αθηνών να περιβάλλεται σήμερα από λαμαρίνες.

Ομως, δεν είναι μόνο τα δημόσια κτίρια που υποφέρουν από τις «καλλιτεχνικές» ανησυχίες ορισμένων. Κάθε κολόνα, κάθε τοίχος, κάθε ρολό καταστήματος και κάθε είσοδος πολυκατοικίας στο κέντρο της Αθήνας είναι αφισοκολλημένα και γεμάτα ζωγραφιές ή ακόμα και στιχάκια με ανούσιο περιεχόμενο. Οταν η νύχτα πέφτει στην Αθήνα, τα σπρέι «ζωγραφίζουν» τις γειτονιές της και αμαυρώνουν τη λάμψη της.

Ο Αβραμόπουλος, όταν ήταν δήμαρχος Αθηναίων, είχε εκπονήσει κανονισμό με τον οποίο απαγόρευε την τοιχοκόλληση διαφημιστικών αφισών, κάτι το οποίο θα έπρεπε να αποτελεί παράδειγμα για όλους τους άρχοντες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ολοι οι φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης οφείλουν να προστατεύουν τις δημόσιες και ιδιωτικές περιουσίες. Θα πρέπει να εφαρμόζουν αυστηρά τους νόμους  (2946/2001 και 1491/1984) που απαγορεύουν την αφισοκόλληση σε δημόσιο χώρο χωρίς να υπάρχει άδεια. Συνένοχα σε όλο αυτό, βέβαια, είναι και ορισμένα πολιτικά κόμματα. Που αντί να αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση, αποτελούν –και στον τομέα αυτό– παράδειγμα προς αποφυγή.

Παρόμοια περίπτωση είναι και ο νόμος σύμφωνα με τον οποίο το γκράφιτι θεωρείται αξιόποινη πράξη όταν πραγματοποιείται δίχως αδειοδότηση και τιμωρείται αυστηρά. Αλλά όταν ο νόμος δεν έχει εφαρμοστεί σε άλλα σοβαρότερα αδικήματα, όπως τα επεισόδια που συμβαίνουν κάθε εβδομάδα γύρω από το Πολυτεχνείο ή τα Εξάρχεια, γιατί να εφαρμόζεται ο νόμος που τιμωρεί τις παράνομες αφισοκολλήσεις;

Βεβαίως, κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις. Υπάρχει και η άποψη ότι κάποια γκράφιτι ίσως να γίνονται αποδεκτά ως τέχνη, αφού έχουν σκοπό να μεταδώσουν κοινωνικά μηνύματα ή αποτελούν μια «όαση» χρωμάτων μέσα στο γκρίζο περιεχόμενο της καθημερινότητας. Αν τα γκράφιτι ήταν αισθητικά άρτια και γίνονταν –γιατί όχι;– ύστερα από πρόσκληση για να κοσμήσουν με χρώματα τα μουντά κτίρια, τότε ίσως να μιλούσαμε για ένα νέο είδος τέχνης σε μια «φρέσκια» πόλη, που θα μπορούσε να μετατραπεί σε μια υπαίθρια γκαλερί. Αναμφίβολα, η λεγόμενη «street art», που είτε πρόκειται για στρατευμένη τέχνη είτε για μια ζωγραφιά, μπορεί στο μέλλον να αποτελέσει κομμάτι μιας σύγχρονης εικαστικής και πολιτιστικής κληρονομιάς. Αρκεί να γίνεται με μέτρο, με σύνεση, με φειδώ.

Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές ότι από την πόλη αυτή λείπουν το όραμα και η βούληση των εκάστοτε αρχόντων της να αναδείξουν ή έστω να διαφυλάξουν τον πολιτιστικό και πανανθρώπινο χαρακτήρα της. Αυτόν που αντανακλάται μέσα από την περίφημη νεοκλασική αρχιτεκτονική των αρχοντικών της. Κι αυτό συμβαίνει, μάλιστα, την ώρα που η Ευρώπη παρέχει τα απαραίτητα χρηματοδοτικά εργαλεία για τη διαφύλαξη της κληρονομιάς αυτής, μέσα από προγράμματα αναπαλαίωσης κτιρίων ή μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Ως υπουργός Αμυνας είχα καταφέρει να αξιοποιήσω επαρκώς αυτά τα προγράμματα. Με την έγκαιρη χρήση αυτών των δυνατοτήτων επέτυχα, με χρήματα της Ευρώπης, να δημιουργήσω δύο μεγάλα πάρκα, στο Γουδί (με μέγεθος μεγαλύτερο του Εθνικού Κήπου και του Zαππείου μαζί) και στο Ρουφ. Ως αποτέλεσμα, σήμερα η Αθήνα διαθέτει δύο πνεύμονες πρασίνου, αντί των δύο εγκαταλελειμμένων στρατοπέδων που είχα τότε παραλάβει.

Τι μπορούμε να κάνουμε για τη βελτίωση της εικόνας της πόλης μας; Θέλω να ελπίζω ότι οι επερχόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές θα αναδείξουν άτομα ικανά, με αίσθημα ευθύνης και υψηλής αισθητικής. Οταν οι θεσμικοί φορείς ενός τόπου συνεργάζονται, δεν μπορεί παρά να βγει ένα σωστό αποτέλεσμα. Θα πρέπει περιφέρεια και δήμος να χαράξουν μια κοινή στρατηγική. Με στόχο να καταφέρουν να διατηρήσουν την παραδοσιακή αύρα της Αθήνας και να τη συγκεράσουν και με τη νέα τάση της «street art». Και, με στόχο, κυρίως, να διαφυλάξουν τη διαχρονική φυσιογνωμία των κτιρίων μιας πόλης που ολοένα και ξεθωριάζει. Οχι τόσο από το πέρασμα του χρόνου, αλλά, κυρίως, από το «πέρασμα» της ανευθυνότητας…

* Ο κ. Ιωάννης Μ. Βαρβιτσιώτης είναι πρώην βουλευτής και υπουργός.





Πηγή

Απάντηση