Διατήρηση των δημοσιονομικών επιτευγμάτων ζητεί η ΤτΕ | Ελληνική Οικονομία



Στην έκθεση για την επισκόπηση του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, επαναλαμβάνεται η πρόβλεψη της κεντρικής τράπεζας ότι μετά τις παροχές προκύπτει δημοσιονομικό κενό 0,6% του ΑΕΠ.

Ενα ακόμη καμπανάκι χτύπησε χθες ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, ζητώντας να διαφυλαχθούν το κύρος και η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής, μέσω της διατήρησης των έως τώρα δημοσιονομικών επιτευγμάτων. Στην έκθεση για την Επισκόπηση του Ελληνικού Χρηματοπιστωτικού Συστήματος, επαναλαμβάνεται η πρόβλεψη της κεντρικής τράπεζας ότι μετά τις παροχές προκύπτει δημοσιονομικό κενό 0,6% του ΑΕΠ, καθώς το πρωτογενές πλεόνασμα προβλέπεται να κλείσει στο 2,9% του ΑΕΠ, έναντι στόχου για 3,5% του ΑΕΠ.

Με το δεδομένο αυτό, η προειδοποίηση για την ανάγκη διατήρησης των δημοσιονομικών επιτευγμάτων αποκτά ιδιαίτερη σημασία, ιδίως καθώς –όπως υποστηρίζει η έκθεση αυτή– συναρτάται με την εδραίωση της εμπιστοσύνης των αγορών στις προοπτικές ανάπτυξης της οικονομίας.

Η έκθεση απευθύνει ευθεία κριτική στη δημοσιονομική πολιτική των υπερπλεονασμάτων, λέγοντας ότι δεν έδωσε την απαραίτητη ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα, στον βαθμό που θα ήταν εφικτό, και ότι η περικοπή των δημοσίων δαπανών έχει συντελέσει αρνητικά στην αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας.

Για τις παροχές του Μαΐου τονίζει, εξάλλου, ότι δημιούργησαν αβεβαιότητα ως προς την επίτευξη του δημοσιονομικού στόχου του 2019, προκάλεσαν παροδική αναστροφή της καθοδικής πορείας της απόδοσης των ομολόγων και, σε συνδυασμό με την αναταραχή στο διεθνές επενδυτικό περιβάλλον, μετρίασαν τη θετική δυναμική του α΄ τετραμήνου, και έτσι δεν επιχειρήθηκε νέα έξοδος στις αγορές, ενώ εντάθηκε και η αβεβαιότητα για την πρόωρη αποπληρωμή του δανείου του ΔΝΤ και για την έκβαση της επερχόμενης αξιολόγησης. «Υπό το πρίσμα αυτό», σημειώνει η έκθεση, «επιτακτική κρίνεται η ανάγκη αναδιάταξης του δημοσιονομικού μείγματος προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας, με διατηρήσιμα αποτελέσματα. Η ανακατανομή της δημόσιας δαπάνης προς εκείνες τις κατηγορίες που επιφέρουν μόνιμο αναπτυξιακό αποτέλεσμα, όπως είναι οι δημόσιες επενδύσεις, θεωρείται αναγκαία».

Αναγκαία είναι, σύμφωνα με την ΤτΕ, η υιοθέτηση συστημικής λύσης για την ταχύτερη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPEs) των ελληνικών τραπεζών, καθώς, όπως τονίζεται στην έκθεση, παρά τη μείωση που σημειώθηκε το 2018, το ποσοστό τους παραμένει υψηλό και δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, στα τέλη του 2018 το ποσοστό των NPEs  μειώθηκε στο 45,4% έναντι 47,2% το 2017. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μειώθηκαν στα τέλη του 2018 κατά 12,6 δισ. ευρώ και διαμορφώθηκαν στα 81,8 δισ. ευρώ έναντι 94,4 δισ. ευρώ το 2017. Εντούτοις, η μείωση αυτή είναι αποτέλεσμα κυρίως των διαγραφών ύψους 5,9 δισ. ευρώ και των πωλήσεων που ανήλθαν επίσης στα 5,8 δισ. ευρώ. Οι οργανικές λύσεις που εφάρμοσαν οι τράπεζες μείωσαν τα NPEs κατά 6,8 δισ. ευρώ, αλλά την ίδια στιγμή δημιουργήθηκαν νέα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ύψους 7,7 δισ. ευρώ.

Από την ανάλυση των στοιχείων της ΤτΕ προκύπτει ότι τα δάνεια που έχουν ήδη ρυθμιστεί ανήλθαν στο τέλος του 2018 σε 46,3 δισ. ευρώ και αντιπροσωπεύουν το 25,7% των συνολικών δανείων, έναντι 25,2% στο τέλος του 2017 (50,3 δισ. ευρώ). Ωστόσο, το 19,9% των ήδη ρυθμισμένων δανείων εμφανίζει καθυστέρηση άνω των 90 ήμερων, έναντι 19,5% στο τέλος του 2017. Το 47,8% των μη εξυπηρετούμενων δανείων άνω των 90 ημερών δεν έχει ρυθμιστεί, έναντι 54,7% στο τέλος του 2017. Με βάση τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση, δάνεια ύψους 11,9 δισ. ευρώ, δηλαδή το 14,5% των μη εξυπηρετούμενων δανείων, αφορούν απαιτήσεις που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς νομικής προστασίας και για τις οποίες εκκρεμεί η έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, ενώ από αυτά τα 6,5 δισ. ευρώ έχουν ήδη καταγγελθεί από τις τράπεζες. 





Πηγή

Απάντηση