Γιώργος Παπακωνσταντίνου: Περί δημοσιονομικού χώρου | Ελληνική Οικονομία


Ας ξεκινήσουμε με μερικές διαπιστώσεις. Διαπίστωση πρώτη: Ο στόχος του πρωτογενούς δημοσιονομικού πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ έως το 2023 δυσχεραίνει αναμφίβολα τη χώρα μας να ανακτήσει αναπτυξιακή δυναμική. Δεν είναι το πιο σημαντικό εμπόδιο (τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας είναι πιο σημαντικά), αλλά περιορίζει τον δημοσιονομικό χώρο για στήριξη της αγοραστικής δύναμης, των δημοσίων αγαθών ή των επενδύσεων. Ομως ο στόχος αυτός έχει προκύψει ως ευαίσθητο σημείο ισορροπίας ανάμεσα στους Ευρωπαίους εταίρους και πιστωτές, από τη μία, και στο ΔΝΤ, από την άλλη. Δεν αλλάζει εύκολα, και σίγουρα όχι μονομερώς.

Διαπίστωση δεύτερη: Υστερα από συνεχόμενες αυξήσεις φόρων από το 2010, νοικοκυριά και επιχειρήσεις αναμένουν δικαίως φορολογική ελάφρυνση. Ο λόγος εσόδων προς το ΑΕΠ από 39% το 2009 έχει ανέλθει στο 48% το 2018 (μέσος όρος Ε.Ε. 45%). Από την αρχή της κρίσης, η προσαρμογή βασίστηκε περισσότερο στους φόρους (αν και στο 1ο μνημόνιο τα μέτρα προήλθαν κατά 60% από την πλευρά των δαπανών, ενώ οι φόροι υπερίσχυσαν στο 2ο και στο 3ο μνημόνιο). Από εκεί και πέρα, το πώς και το πού της ελάφρυνσης σηκώνουν συζήτηση. Στα εισοδήματα, στα μερίσματα, στην ακίνητη περιουσία; Η απάντηση εξαρτάται από τον στόχο: να δοθεί αναπτυξιακή ώθηση ή να ικανοποιήσει συγκεκριμένες οικονομικές ομάδες.

Διαπίστωση τρίτη: Η Ν.Δ. εξελέγη έχοντας δεσμευθεί για μείωση φορολογικών βαρών. Εν μέρει γιατί αυτά έχουν αυξηθεί υπέρμετρα, εν μέρει γιατί συνάδει με ένα πιο φιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο, το ζήτημα αυτό είναι κεντρικό στην οικονομική της πολιτική. Ως συνέπεια, προτάσσεται στην αρχή της διακυβέρνησης και θα είναι ένα από τα πρώτα νομοσχέδια. Οι λεπτομέρειες που έχουν δημοσιευθεί αναφέρονται στη μείωση του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων αλλά και μερισμάτων, σε μείωση του ΕΝΦΙΑ, σε νέο χαμηλό συντελεστή στην κλίμακα φορολόγησης φυσικών προσώπων, σε μείωση ΦΠΑ.

Εδώ αρχίζουν τα προβλήματα και η χρήσιμη υπόμνηση του παρελθόντος των τελευταίων 10 ετών. Παρά το γεγονός ότι οι βαθμοί ελευθερίας είναι μεγαλύτεροι σήμερα από όταν η χώρα ήταν ακόμα σε καθεστώς μνημονίου, η θετική άποψη των θεσμών για το μείγμα οικονομικής πολιτικής είναι αναγκαία (ακόμα και όταν διαφωνεί κανείς με αυτούς). Οχι μόνο γιατί από αυτή εξαρτάται η υλοποίηση των αποφάσεων για ελάφρυνση του χρέους, αλλά και γιατί η σημερινή θετική εικόνα της Ελλάδας στις αγορές μπορεί να αντικατασταθεί από την αρνητική εικόνα που προκύπτει από την ασθενική μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική (1%-1,5% αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατ’ έτος, σύμφωνα με όλες τις αναλύσεις). 

Κάθε νεοεκλεγείσα κυβέρνηση προσέρχεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους θεσμούς με τη δικαιολογημένη πρόθεση να εφαρμόσει το πρόγραμμά της, αλλά δυστυχώς και με τη λιγότερο δικαιολογημένη άποψη ότι οι ισχύοντες κανόνες μπορούν να αλλάξουν γρήγορα. Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, επειδή ο ελληνικός λαός είχε «δώσει εντολή να τελειώνουμε με τη λιτότητα». Στην περίπτωση της σημερινής κυβέρνησης, γιατί υπάρχουν θετικές προσδοκίες από την πολιτική αλλαγή, όπως φάνηκε και στη μεγάλη μείωση του περιθωρίου κινδύνου στον διεθνή δανεισμό της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Η πραγματικότητα όμως είναι πιο σύνθετη. Πρακτικά μιλώντας: σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση των θεσμών για τη χώρα μας, πριν από τα προεκλογικά μέτρα ΣΥΡΙΖΑ, το δημοσιονομικό μείγμα επιτύγχανε το 3,5% πλεόνασμα για το 2019 και το 2020 (εις βάρος όμως των δημοσίων επενδύσεων). Αλλά τα μέτρα εκείνα άφησαν πίσω τους δημοσιονομικό κενό περίπου 1% του ΑΕΠ για φέτος και αντιστοίχως για το 2020. Σε αυτό θα προστεθεί το κόστος για τον προϋπολογισμό από τις φορολογικές ελαφρύνσεις της νέας κυβέρνησης.

Στη διαπραγμάτευση, το νέο οικονομικό επιτελείο θα ισχυριστεί ότι η ανάπτυξη θα είναι πιο δυναμική από ό,τι προβλέπουν οι θεσμοί, θα προτείνει περικοπές δαπανών (αλλά όχι μόνιμες), θα επιχειρηματολογήσει ότι η μείωση φόρων από μόνη της θα έχει αναπτυξιακό αποτέλεσμα. Οι θεσμοί θα ανταπαντήσουν ότι η μείωση των φόρων δεν φέρνει αυτόματα ανάπτυξη, ότι υπάρχει σημαντικό δημοσιονομικό κενό, θα υπενθυμίσουν ότι το 3,5% είναι αδιαπραγμάτευτο (τώρα, αργότερα βλέπουμε), και ότι θα ήταν καλύτερα η κυβέρνηση να εστιάσει στις μεταρρυθμίσεις και στην προώθηση επενδύσεων και αποκρατικοποιήσεων. Η λύση που θα βρεθεί θα είναι πιο κοντά στη θέση των θεσμών παρά της κυβέρνησης.

Δεν πειράζει – η κυβέρνηση δεν πρέπει να βιαστεί με την υλοποίηση των εξαγγελιών της. Χρειάζεται πρώτα να δώσει απτά δείγματα γραφής σε άλλα μέτωπα – τα διαρθρωτικά (που έχουν αντανάκλαση τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό επενδυτικό κλίμα), αλλά και τη βελτίωση της καθημερινότητας (που ενδιαφέρει άμεσα τους πολίτες). Είναι αναπόφευκτο ότι βραχυπρόθεσμα θα χρειαστούν διορθωτικές κινήσεις δημοσιονομικά, και είναι καλύτερα αυτές να γίνουν στην αρχή της τετραετίας παρά αργότερα. Η ανάκαμψη και το θετικό κλίμα είναι πολύ πιο ευαίσθητα και εύκολα αναστρέψιμα από ό,τι πιστεύει μια νεοεκλεγείσα κυβέρνηση μέσα στον ενθουσιασμό και στον ακτιβισμό των πρώτων ημερών.

* Ο κ. Γιώργος Παπακωνσταντίνου είναι πρώην υπουργός Οικονομικών. 





Πηγή

Απάντηση