πέτρα εκ Πέτρας


 petra 1

Γράφει ο Αναστάσιος Ομ. Πολυχρονιάδης | Romfea.gr
Δρ. Θεολογίας ΑΠΘ


(Κατάθεση κριτικού λόγου για το σύστημα αποδόμησης των Ορθόδοξων θεολογικών σπουδών)

Κάνοντας μια έρευνα σε γραπτά κείμενα του ομότιμου καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ, Ιωάννη Πέτρου, διαπιστώνουμε όχι απλώς τη μεταπατερικότητά του αλλά τη μεταχριστιανική του ιδιοσυγκρασία. Είναι εμφανές ότι οι υποδείξεις του προς την Ορθοδοξία διατυπώνονται με τον αυστηρό λόγο εκείνου που προσπαθεί να επιβάλει καθοδηγητικά την ιδεολογία του.

Ας καταγράψουμε, όμως, συγκεκριμένα παραδείγματα αποδόμησης της Ορθόδοξης θεολογίας, εκ μέρους του, ώστε να αποδειχθεί η παραπάνω διαπίστωσή μας, δίδοντας, ταυτόχρονα, απάντηση στα γραφόμενά του με λόγο κριτικό.

Διάσταση λόγων και έργων

Ο Πέτρου μιλώντας για τις θρησκείες, συμπεριλαμβάνοντας προφανώς και την Ορθοδοξία, λέγει ότι αυτές δεν απαλλάσσονται «από την υποχρέωση να παραδεχθούν την ισότιμη θέση των γυναικών και τα ίσα δικαιώματα ανδρών και γυναικών στην κοινωνία, και στις θρησκευτικές κοινότητες, και να απαλλαγούν από την αναπαραγωγή των σχετικών παραδοσιακών αντιλήψεων, γιατί αυτές λειτουργούν ως ιδεολογικό μέσο αιτιολόγησης της βίας στις περιπτώσεις κακοποίησης γυναικών από μέρους ανδρών.

Η συνήθης όμως πρακτική των θρησκευτικών φορέων», συνεχίζει, «είναι να παρακάμπτουν το γεγονός ότι έχουν καθυστερημένες αντιλήψεις για τις γυναίκες και να παρουσιάζουν μια επιθετική πολιτική για να δείξουν το ενδιαφέρον τους για τα προβλήματα των γυναικών.

Ενώ όμως αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως θετική ενέργεια, δεν μπορεί να σημάνει παράκαμψη του γενικότερου αρνητικού ρόλου τους σε σχέση με τη γυναίκα και τη θέση της στην κοινωνία». «Εξαίρεση στο θέμα αυτό», για τον Πέτρου, «αποτελούν ορισμένες Προτεσταντικές Εκκλησίες και κινήσεις που έχουν εν μέρει παραδεχθεί τις μοντέρνες αντιλήψεις για τη γυναίκα και έχουν εντάξει γυναίκες στη διοικητική δομή τους, ακόμη και στην ανώτερη βαθμίδα».

Κατόπιν, των ανωτέρω, διατυπώνουμε την εύλογη απορία, σχετικά με το πως ο ομότιμος καθηγητής δεν έχει ενταχθεί επισήμως στους κόλπους αυτών των Προτεσταντικών ομάδων, οι οποίες εμφανίζουν, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, πολύ μεγαλύτερη πρόοδο στο θέμα των δικαιωμάτων των γυναικών από ό,τι οι άλλες θρησκείες, συμπεριλαμβανομένης προφανώς και της Ορθοδοξίας.

Βιβλιογραφική σύγχυση

Συνεχίζοντας τα ιδιαίτερα μαθήματα στην Ορθοδοξία, ο Πέτρου, αναφέρεται στους θρησκευτικούς θεσμούς «μη εξαιρουμένων», όπως σημειώνει, «των χριστιανικών εκκλησιών», συνεπώς και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, οι οποίες «δεν μπορούν», σύμφωνα με τα λεγόμενά του, «να απαλλαγούν από τη νοοτροπία και τον τρόπο λειτουργίας του παραδοσιακού κόσμου και αντιμετωπίζουν με δυσκολία τη μοντέρνα κατάσταση με τη θεσμική κατοχύρωση βασικών κανόνων και θεμελιωδών δικαιωμάτων».

Με τη γενικευμένη διατύπωση περί θρησκευτικών θεσμών «μη εξαιρουμένων των χριστιανικών εκκλησιών», ο ομότιμος καθηγητής, πλήρως αδιάκριτα, δημιουργεί μια τεράστια επιστημονική σύγχυση, η οποία επιτείνεται με την, εν πολλοίς, έλλειψη παραπομπών, στα επιμέρους κεφάλαια του βιβλίου του, οι οποίες είναι άκρως απαραίτητες για την εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων σε κάθε ερευνητική-ακαδημαϊκή εργασία.

Παραδείγματος χάριν, στην «Επιλογή Βιβλιογραφίας» (σ. 204-205), του Γ1 κεφαλαίου της Κοινωνιολογίας του, αριθμούνται 28 βιβλία και ετήσιες εκθέσεις (σ. 203-205), ενώ εντός του κεφαλαίου απαντώνται μόνο 3 εξ αυτών (1 βιβλίο και 2 ετήσεις εκθέσεις). Υπάρχουν όμως και άλλα βιβλιογραφικά στις υποσημειώσεις, τα οποία, όλως περιέργως, δε μνημονεύονται στην «Επιλογή Βιβλιογραφίας».

Ένα ακόμη παράδειγμα είναι εκείνο του κεφαλαίου Γ6, με τίτλο «Κοινωνικές αξίες, ηθική, πολιτισμός», όπου συναντούμε 11 παραπομπές. Διαβάζοντας την «Επιλογή Βιβλιογραφίας» (σ. 365-370) αριθμούμε άνω των 100 βιβλίων, άρθρων κλπ.

Εξ αυτών στις παραπομπές απαντούμε ελάχιστα βιβλία, ενώ υπάρχουν άλλες αναφορές σε υποσημειώσεις του εν λόγω κεφαλαίου, οι οποίες δεν απαντώνται στην «Επιλογή Βιβλιογραφίας».

Γεννιέται, λοιπόν, εντέλει αβίαστα το ερώτημα, για το πως θα εξαχθούν ορθά επιστημονικά συμπεράσματα από αναφορές, οι οποίες δεν συνοδεύονται από τις απαραίτητες παραπομπές και θεμελιωμένες αιτιολογήσεις.

Απόρριψη των Μυστηριών της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Μελετώντας μια άλλη εργασία του Πέτρου, όπου εκεί αποτιμά διαχρονικά το έργο των καθηγητών της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ, χωρίζοντάς τους σε κατηγορίες, διαβάζουμε για τη δεύτερη εξ αυτών: «είναι μια κατηγορία που εκπροσωπείται από ένα μικρό αριθμό μελών.

Αυτοί προβάλλουν το ρόλο των τελετουργικών πρακτικών, και μάλλον η τοποθέτηση αυτή θυμίζει λίγο ή πολύ την περίπτωση να επιδιώξει κάποιος να προσεγγίσει τα κοινωνικά πράγματα μέσα από μαγικές τελετές.

Φυσικά γίνεται εύκολα κατανοητό ότι τέτοιου είδους προσεγγίσεις δεν έχουν κανένα κοινωνικό αντίκρισμα και αποτελούν εντελώς ανορθολογικές προσεγγίσεις που δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα. Η κοινωνική πρακτική και τα προβλήματα της κοινωνίας συνδέονται με συγκεκριμένες δράσεις των ανθρώπων και η αντιμετώπιση των προβλημάτων απαιτεί επίσης συγκεκριμένες δράσεις πρακτικού χαρακτήρα.

Οι τελετουργικές πρακτικές δεν μπορούν να προκαλέσουν την παραγωγή συγκεκριμένων κοινωνικών δράσεων στο πλαίσιο του σύγχρονου κόσμου, αφού ο άνθρωπος αδυνατεί να διαμεσολαβήσει ανάμεσα σε αυτές και την κοινωνική πρακτική».

Απορεί κάποιος με την εν λόγω τοποθέτηση του Πέτρου και αναρωτιέται γιατί αυτός που είναι εμφανώς απορριπτικός ως προς την ουσία της Ορθόδοξης θεολογίας, γεγονός άκρως αντιεπιστημονικό (αφού δεν κρατά ούτε καν ίσες αποστάσεις), ανεξάρτητα από τη διαφορετική ομολογία ή τον αγνωστικισμό που φαίνεται να πρεσβεύει, επέλεξε για το διδακτικό του έργο μια σχολή που ερευνά ως γνωστικό αντικείμενο την Ορθόδοξη θεολογία.

Ο ίδιος πάντως απορρίπτει τη μεταμορφωτική δύναμη των λειτουργικών Μυστηρίων αποκαλώντας τα ως «τελετουργικές πρακτικές», που «μάλλον […] θυμίζει», όπως σημειώνει, «λίγο ή πολύ την περίπτωση να επιδιώξει κάποιος να προσεγγίσει τα κοινωνικά πράγματα μέσα από μαγικές τελετές».

Επιτείνοντας μάλιστα, σε αυτή την αντιμυστηριακή λογική, το λόγο του, γράφει: «Φυσικά γίνεται εύκολα κατανοητό ότι τέτοιου είδους προσεγγίσεις δεν έχουν κανένα κοινωνικό αντίκρισμα και αποτελούν εντελώς ανορθολογικές προσεγγίσεις που δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα».

Ακόμη και ο πλέον αντικείμενος στην Ορθοδοξία καθηγητής θα σέβονταν, τουλάχιστον, τους φοιτητές του, που επιθυμούν να σπουδάσουν Ορθόδοξη Θεολογία, και δεν θα χρησιμοποιούσε τέτοιου είδους απαξιωτικές εκφράσεις, οι οποίες φανερώνουν αίσθημα απόρριψης και όχι επιστημοσύνης και ως εκ τούτου δεν τιμούν την καθηγητική υπόσταση εργαζόμενου σε τριτοβάθμιο ίδρυμα.

Ομοτιμίας ερώτημα και Μυστηρίων αλήθεια

Τίθεται, βέβαια, το ερώτημα, σχετικά με τα κριτήρια απόδοσης του τίτλου της καθηγητικής ομοτιμίας, στον Πέτρου, από το Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ. Μήπως ελήφθησαν υπόψη από κάποιους συναδέλφους του, οι απαξιωτικές, ως προς το Ορθόδοξο δόγμα, «θεολογικές» τοποθετήσεις του; Μήπως και για εκείνους «οι τελετουργικές πρακτικές» της Ορθόδοξης Εκκλησίας αποτελούν ανούσιες πράξεις και όχι εφαλτήρια αληθινής ζωής και ως εκ τούτου κοινωνικής δράσης;

Μήπως για όλους αυτούς δεν αληθεύει ο λόγος του αγίου Νικολάου Καβάσιλα, όταν γράφει: «ὁ δεσπότης ἡμῶν πάντα ὅσα λόγοις καὶ παραινέσεσιν ὠφέλησεν ἡμᾶς καὶ διὰ τῶν ἔργων ἐπλήρωσεν»;

Γράφει ο Νίκος Ματσούκας σχετικά με τα Μυστήρια: «Σ’ αυτή την περιρρέουσα μυστηριακή ατμόσφαιρα της κτίσης και της ιστορίας κανενός δεν του επιτρέπεται με τη λογική θεώρηση της πραγματικότητας ν’ απομονώσει τις τελετές των μυστηριακών δρωμένων της Εκκλησίας από το συνολικό σώμα ή να τις θεωρήσει ως πράξεις μαγικές.

Έτσι κάθε μυστήριο γενικώς, στην κτίση και την ιστορία, και κάθε συγκεκριμένο μυστήριο στο σώμα της Εκκλησίας του Παρακλήτου, δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο ν’ αποκοπεί από τη φυσική και την ιστορική πραγματικότητα.

Γι’ αυτό άλλωστε για κάθε μυστήριο μέσα στο σώμα της Εκκλησίας υπάρχουν συγκεκριμένα υλικά στοιχεία, που αγιάζονται και μεταμορφώνονται.

Πρόκειται, δηλαδή, για αλήθεια και ζωή σαρκωμένες στη φυσική και ιστορική πραγματικότητα. Έτσι ο χαρακτήρας των μυστηρίων πρέπει να θεωρηθεί αντιμαγικός πέρα για πέρα, όχι μόνο γιατί ως τελετές και πράξεις αποτελούν εκφάνσεις ενός σώματος, αλλά και γιατί κάθε μυστήριο θεμελιώνεται σ’ ένα ιστορικό συμβάν ή ακόμη και σ’ ένα φυσικό δεδομένο.

Τα μυστήρια δεν νοούνται ως απλές (μηχανιστικές) τελετές, αλλά φυσικά δεδομένα και ιστορικά γεγονότα που κάνουν τα ίδια τα μυστήρια, το ίδιο το σώμα της εκκλησιαστικής κοινότητας. Και αν απεγκλωβιστούμε από τη σχολαστική απαρίθμηση των μυστηρίων μόνο σε 7 –ο σχολαστικισμός καταλήγει στην απομόνωση και αυτονόμηση των μυστηρίων-, τότε μέσα σ’ αυτό το σώμα της Εκκλησίας μπορούμε να ζήσουμε τη θεία επικοινωνία σε πολλές μυστηριακές εμπειρίες».

Η διά του Ματσούκα απάντηση στον Πέτρου θα ήταν εν προκειμένω άκρως καταλυτική: Τα Μυστήρια δεν αποτελούν «απλές (μηχανιστικές) τελετές».

«Πρόκειται […] για αλήθεια και ζωή σαρκωμένες στη φυσική και ιστορική πραγματικότητα». Προφανώς, ο Πέτρου δεν διάβαζε τον Ματσούκα, που δίδασκε στη Θεολογική Σχολή!

Απαξίωση Βιβλικού λόγου και Πατερικών συγγραμμάτων

Περιγράφοντας μια άλλη κατηγορία καθηγητών θεολογίας, ο Πέτρου σημειώνει πως εκείνοι «ενώ δεν έχουν ως επιστημονική ειδικότητα τη μελέτη των κοινωνικών ζητημάτων, για λόγους περισσότερο απολογητικούς, θεωρούν ότι μπορούν να απαντήσουν στις προκλήσεις της εποχής χρησιμοποιώντας βιβλικά ή πατερικά κείμενα με σκοπό να τοποθετηθούν μέσω αυτών απέναντι σε ζητήματα που απασχολούν τη σύγχρονη εποχή.

Στην περίπτωση αυτή συμβαίνουν τα εξής: Δεν μπορεί να θεωρηθεί η αναφορά, παράθεση ή ανάλυση κάποιου βιβλικού ή πατερικού κειμένου ως τοποθέτηση σε σύγχρονα ζητήματα. Είναι μια τοποθέτηση που αφορά τον αρχικό δημιουργό του κειμένου και σχετίζεται με τη δική του εποχή και πραγματικότητα.

Η κοινωνία μεταβάλλεται συνεχώς. Ιδίως τον 20ο αιώνα η μεταβολή της ήταν ραγδαία. Το ίδιο ισχύει, σε μεγαλύτερο μάλιστα βαθμό, για τον 21ο αιώνα.

Έτσι, δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιήσει κανείς κείμενα του παρελθόντος για να απαντήσει σε ζητήματα του παρόντος. Μια προσέγγιση του παρόντος μέσα από κείμενα του παρελθόντος είναι ατελέσφορη, επειδή δεν αγγίζει τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Μπορεί να έχει κάποιο νόημα αν αναλύσει κανείς απόψεις που διατυπώνονται σε κάποια άλλη εποχή μέσα στα δεδομένα της, να εξαγάγει τη δυναμική των απόψεων αυτών και τις αρχές ή τις αξίες που αναδύονται μέσα από αυτές, και να τις χρησιμοποιήσει μετά από επεξεργασία με βάση την ανάλυση των δεδομένων της σύγχρονης πραγματικότητας.

Αλλά τότε τις χρησιμοποιεί δεοντολογικά με στόχο να επηρεάσει τη σύγχρονη πραγματικότητα και δεν τις παρουσιάζει ως πραγματοποιημένα κοινωνικά μεγέθη.

Ίσως η αναφορά αυτή να λειτουργεί σαν ένα μέσο ισχυροποίησης μιας τοποθέτησης που εξάγεται από την ανάλυση της πραγματικότητας.

Αυτοί όμως που συνήθως κάνουν τέτοιου είδους εργασία περιορίζονται στη χρήση απλώς των κειμένων χωρίς να διαθέτουν την απαιτούμενη εμπειρία και τη γνώση των κατάλληλων εργαλείων ανάλυσης της κοινωνικής πραγματικότητας που αναπτύσσονται μέσα από τη σχετική επιστημονική μεθοδολογία, για να προβούν σε μια τέτοιου τύπου σύνθετη ανάλυση.

Οπότε η όποια τέτοια ανάλυση με αναφορά σε πατερικά κείμενα έχει περισσότερο ιστορικό χαρακτήρα, και προσφέρεται για απολογητική χρήση».

Συνεχίζοντας, ο Πέτρου, την εξουσιαστική διδασκαλία του προς την Ορθόδοξη Εκκλησία, με αφορμή την ιστορική κατηγοριοποίηση των θεολόγων καθηγητών της Θεολογικής ΑΠΘ, ομιλεί για τα Βιβλικά και Πατερικά κείμενα, λέγοντας πως: «Δεν μπορεί να θεωρηθεί η αναφορά, παράθεση ή ανάλυση κάποιου βιβλικού ή πατερικού κειμένου ως τοποθέτηση σε σύγχρονα ζητήματα.

Είναι μια τοποθέτηση που αφορά τον αρχικό δημιουργό του κειμένου και σχετίζεται με τη δική του εποχή και πραγματικότητα.

Η κοινωνία μεταβάλλεται συνεχώς. Ιδίως τον 20ο αιώνα η μεταβολή της ήταν ραγδαία.

Το ίδιο ισχύει, σε μεγαλύτερο μάλιστα βαθμό, για τον 21ο αιώνα. Έτσι, δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιήσει κανείς κείμενα του παρελθόντος για να απαντήσει σε ζητήματα του παρόντος». Συνεχίζοντας, σημειώνει ότι ίσως μπορεί να τα χρησιμοποιήσει σε σχέση με ζητήματα του παρόντος, προκειμένου να ισχυροποιήσει τα τελευταία.

Συνεπώς, για τον Πέτρου δεν υφίσταται η διαχρονικότητα της Αγίας Γραφής, που σημαίνει ότι δεν παραδέχεται τη θεοπνευστία της, δηλαδή τη θεμελιώδη πραγματικότητα της Ορθόδοξης Θεολογίας. Άρα, η ενσάρκωση, η διδασκαλία, τα θαύματα, το Πάθος, η Ανάσταση του Χριστού τίθενται, από τον Πέτρου, απλά εντός ενός συγκεκριμένου ιστορικού πλαισίου. Με αυτό τον τρόπο, αρνείται το σωτηριώδες έργο του Χριστού, δηλαδή την Ορθοδοξία.

Εδώ, μάλιστα, έρχεται σε αντίθεση με τα λεγόμενα του συναδέλφου του, ομότιμου καθηγητή Αλέξανδρου Σταυρόπουλου του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας ΕΚΠΑ, όταν ο τελευταίος σε κείμενό του, με τίτλο: «Οι θεολογικές σπουδές στην Ελλάδα, προοπτικές μέλλοντος»,  που αναρτάται στην επίσημη ιστοσελίδα της Εκκλησίας της Ελλάδος και ειδικότερα στα θέματα της Συνοδικής Επιτροπής επί της Θείας Λατρείας και του Ποιμαντικού Έργου (2011-2015), λέει επί λέξη: «Ὁπωσδήποτε οἱ Θεολογικές μας Σχολές καί σπουδές θεραπεύουν καί καλλιεργοῦν τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία βασισμένη στόν ἀποκαλυφθέντα λόγο τοῦ Θεοῦ, ἑρμηνευμένο ἱστορικά καί ἀποτυπωμένο συστηματικά. Διατηροῦν τήν ἄρρηκτη σχέση τους μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τήν πράξη Της.

Ἄν οἱ θεολογικές μας Σχολές διατηροῦν τόν ὁμολογιακό τους χαρακτήρα δέν εἶναι γιατί ἐκλαμβάνουν τήν Ὀρθοδοξία ὡς μία ἀπό τίς πολλές ὑπάρχουσες Ὁμολογίες ἀλλά γιατί ὁμολογοῦν τόν δεσμό τους μέ τήν παράδοση τῆς ὀρθόδοξης καθολικῆς Ἐκκλησίας καί ἐκλαμβάνουν τήν Θεολογία ὡς ἐκκλησιαστικό χάρισμα. Τοῦτο ὠθεῖ τήν Θεολογία νά διαλέγεται καί νά εἰσέρχεται σέ κοινωνία καί ἐπικοινωνία μέ τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, τήν κοινωνία, τίς ἐπιστῆμες καί τόν κόσμο.

Ὁ θεολογικός λόγος μεταπλάθεται σέ θεολογική γλῶσσα, ἡ ὁποία ἐμπλουτίζεται καί μέ τούς θησαυρούς τῶν ἄλλων γλωσσῶν τῶν ἐπιστημῶν τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ θεολογία τελικά γίνεται «πέρασμα» στόν κόσμο. Ξεφεύγει, δηλαδή, ἀπό τόν κακῶς ἐννοούμενο χαρακτηρισμό τῆς θεολογίας ὡς «ἀκαδημαϊκῆς» ἐνασχολήσεως, ὡς ἀπόμακρης, δηλαδή, ἀπό τά πράγματα διατριβῆς καί ἐπιχειρεῖ ὁ λόγος της νά εἶναι ἔμπρακτος καί ἡ πράξη της ἐλλόγιμη». Συνεπώς, οι Θεολογικές Σχολές της Ελλάδος, κατά τον Σταυρόπουλο είναι ομολογιακές και αυτό αναφέρεται στην επίσημη ιστοσελίδα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ακολούθως, τα κείμενα της Πατερικής παράδοσης, που υπομνηματίζουν τον βιβλικό λόγο, δεν μπορούν, για τον Πέτρου, αυτούσια να απαντήσουν σε σύγχρονα ζητήματα, παρά μόνο, εάν ενδεχομένως τα επεξεργαστούμε «ορθά» και εν συνεχεία τα χρησιμοποιήσουμε με βάση τα δεδομένα «της σύγχρονης πραγματικότητας».

Συνεπώς, η φράση του Αποστόλου Παύλου, που μιλά για τη φθαρτότητα των γήϊνων πραγμάτων, των αποκομμένων από τον Θεό, δεν έχει κάποια ουσία για τον Πέτρου, ο οποίος αποθεώνει το μεταβαλλόμενο παρόν. Λέγει ο Παύλος: «παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου» (Α΄ Κορ. 7, 31). Αντίθετα, ο Πέτρου υποστηρίζει για τη Βίβλο, ότι αποτελεί κείμενο του παρελθόντος, «που δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιήσει κανείς […] για να απαντήσει σε ζητήματα του παρόντος».

Με αυτή τη λογική, όπως προειπώθηκε, αρνείται τη θεοπνευστία της Αγίας Γραφής, όπως καταγράφεται στην Επιστολή Β΄ Τιμόθεον 3, 16-17: «πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἔλεγχον, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ, ἵνα ἄρτιος ᾖ ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἐξηρτισμένος».

Αν μελετήσουμε, ακολούθως, την απόφαση 194/1984 του ΣτΕ, που επικαλείται ο Πέτρου, στο Ιστορικό του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ, ως ένας εκ των δύο συγγραφέων του, η οποία δήθεν, όπως λέγει και αυτός, αναφέρεται στη μη ομολογιακότητα των Θεολογικών Σχολών και ότι το συγκεκριμένο γεγονός δεν εμποδίζει «να υπερτερεί στο πρόγραμμα του Τμήματος η έρευνα και η εκπαίδευση με βάση την Ορθόδοξη Θεολογία», αυτή ουδεμία σχέση έχει με την ομολογιακότητα ή μη των Θεολογικών Σχολών, αναφερόμενη σε αίτηση του Δήμου Ερμουπόλεως κατά του Δήμου Άνω Σύρου περί του καθορισμού των διοικητικών ορίων των δύο Δήμων!!!

Αλλά ακόμα και η αναστολή του ΣτΕ, που φέρει ίδιο αριθμό 194/1984, αναφέρεται σε εκτέλεση πράξης στρατολογικού περιεχομένου, μη έχοντος ουδεμία σχέση με την ομολογιακότητα ή μη των Θεολογικών Σχολών!!!

Όταν, λοιπόν, αποδομείται η Ορθόδοξη Θεολογία, εκ μέρους του Πέτρου, εύλογα διατυπώνεται η απορία σχετικά με την απόδοση της καθηγητικής ομοτιμίας στο πρόσωπό του. Μια τιμή, η οποία σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ιστοσελίδα των Δημοσίων Σχέσεων του ΑΠΘ, αποτελεί «μια ξεχωριστή ακαδημαϊκή διαδικασία με στόχο να τιμήσει διατελέσαντες καθηγητές/τριες Μονοτμηματικών Σχολών/Τμημάτων, οι οποίοι/ες κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους άφησαν έντονο επιστημονικό, διδακτικό και ερευνητικό ίχνος, αναγνωρισμένο στην Ελλάδα και το εξωτερικό, με έντονο το στοιχείο της προσφοράς προς τη Μονοτμηματική Σχολή/Τμήμα, το Πανεπιστήμιο, την Επιστήμη και την κοινωνία γενικότερα».

H δημοκρατικότητα ως αντιδημοκρατικότητα

Το ερώτημα που τίθεται είναι σχετικό με το πως ο Πέτρου, ως ένας εκ των δύο συγγραφέων του Ιστορικού του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ, διατείνεται αναληθώς περί του περιεχομένου της αποφάσεως 194/1984 του ΣτΕ, (ότι δήθεν οι Θεολογικές Σχολές δεν είναι ομολογιακού χαρακτήρα), υπερψηφίζοντας, ταυτόχρονα, την ίδρυση κατεύθυνσης Μουσουλμανικών Σπουδών στη Θεολογική ΑΠΘ, δηλαδή τασσόμενος υπέρ ενός καθαρά ομολογιακού Τμήματος;

Με την ίδια λογική σε μια χώρα που υπερτερεί απολύτως ο αριθμός των πιστών της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θα έπρεπε να είχε ιδρυθεί πριν από την κατεύθυνση των Μουσουλμανικών Σπουδών, οπωσδήποτε κατεύθυνση Ορθόδοξης Θεολογίας. Γιατί ο υπέρμαχος της «δημοκρατικότητας» Πέτρου δεν πρωτοστάτησε σε μια τέτοιας δημοκρατικότητας κίνηση; Δεν φανερώνει η λογική του την αντιεπιστημονική του τοποθέτηση έναντι της Ορθόδοξης Θεολογίας;

Και πώς υπερψήφιζε, τότε, την ίδρυση κατεύθυνσης Μουσουλμανικών Σπουδών, ανεχόμενος τη μη προσμέτρηση της ψήφου των συναδέλφων του καθηγητών εκ του Τμήματος Ποιμαντικής ΑΠΘ; Δε χαρακτηρίζεται η στάση αυτή ως αντιδημοκρατική;

Τίθεται δε το ερώτημα προς τον Πέτρου, εάν, όπως λέγει ο επίσημος «Οδηγός Σπουδών» της κατεύθυνσης, πρόκειται για «πρόγραμμα αυτόνομο και αυτοτελές, παρέχοντας πτυχίο με τον τίτλο της Εισαγωγικής Κατεύθυνσης ‘‘Μουσουλμανικών Σπουδών’’.

Διότι, ακαδημαϊκά η λέξη «Κατεύθυνση» σημαίνει την παρακολούθηση διετούς προγράμματος κοινών μαθημάτων (κορμός) και κατόπιν την επιλογή «Κατεύθυνσης», όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στα Τμήματα Φιλολογίας και Ιστορίας-Αρχαιολογίας ΑΠΘ.

Στην «Κατεύθυνση Μουσουλμανικών Σπουδών», αντιθέτως, έχουμε «Κατεύθυνση», άνευ μαθημάτων κορμού, γεγονός καινοφανές για τα ακαδημαϊκά δεδομένα, το οποίο φανερώνει μία περίεργη και κατά πάντα αντιεπιστημονική σπουδή, έξωθεν, ίσως, του Πανεπιστημίου επιβαλλόμενη, η οποία μόνο ερωτηματικά γεννά σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι σε μεγάλο ποσοστό, και το καθηγητικό προσωπικό της εν λόγω κατεύθυνσης, προέρχεται εκ του Τμήματος Θεoλογίας ΑΠΘ, ουδεμία επιστημονική σχέση έχοντος με τις μουσουλμανικές σπουδές.

Οπότε, ποια ακαδημαϊκή απήχηση μπορεί να έχει το πτυχίο αυτής της κατεύθυνσης;

Με μια απλή ανάγνωση, μάλιστα, της ανακοίνωσης του δελτίου βάσεων των Πανελλαδικών εξετάσεων 2019 διακρίνουμε μεταξύ των Σχολών: 1) Θεολογίας (Θεσσαλονίκη) και 2) Θεολογίας (Θεσσαλονίκη)- Μουσουλμανικών Σπουδών.

Οπότε, το γεγονός είναι ξεκάθαρο, η κατεύθυνση των Μουσουλμανικών Σπουδών αποτελεί ανεξάρτητη σχολή και ως εκ τούτου έπρεπε να συναποφασίσει για την ίδρυσή της και το Τμήμα Ποιμαντικής ΑΠΘ, η συντριπτική πλειοψηφία του οποίου ήταν αρνητική και μάλιστα, σύμφωνα με τον σύμβουλό μας (στην εκπόνηση της διδ. διατριβής) καθηγητή, Λάμπρο Σιάσο (Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ), τούτο «επιβεβαιώνει την αναβάθμιση σπουδών και προσωπικού», του Τμήματος Ποιμαντικής, «προκειμένου να επανέλθουν οι θεολογικές σπουδές στην αμιγή τους ιθαγενή παράδοση και κοίτη».

Τελικώς, όμως, πέρα και έξω από τα ακαδημαϊκά δεδομένα, ιδρύθηκε η κατεύθυνση των Μουσουλμανικών Σπουδών στη Θεολογική Σχολή ΑΠΘ. Κατά συνέπεια, πραγματώθηκε η φράση του Πέτρου, η οποία, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, δεν αναφέρεται πάντα σε υλικές καταστροφές: «Στην Ελληνική πραγματικότητα», τονίζει, «υπάρχουν ποικίλα παραδείγματα που δείχνουν ότι υπάρχει ανοχή σε ποικίλες παραβατικές ενέργειες που πραγματοποιούνται από ομάδες που εκ συστήματος προβαίνουν σε καταστροφές θεωρώντας με τον τρόπο αυτό ότι θα επιτύχουν πραγματοποίηση των επιδιώξεων και των απαιτήσεών τους».

Το δυστύχημα είναι ότι ούτε η ιστορική μνήμη κατέστη σεβαστή με την ίδρυση της κατεύθυνσης Μουσουλμανικών Σπουδών στη Θεολογική ΑΠΘ.Το κτίριο της Σχολής ανεγέρθηκε στο χώρο του παλαιού γηπέδου του ΠΑΟΚ.

Εκεί συνέβαινε, συνήθως, ένα «από τα μεγαλύτερα βασανιστήρια και το τρομερότερο που επιβάλλονταν στην εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας […] ο ανασκολοπισμός (παλούκωμα). Ήταν η συνηθέστερη ποινή που επέβαλαν οι Τούρκοι Κατήδες (ιεροδικαστές) στους καταδικαζόμενους, είτε αθώοι ήταν αυτοί είτε όχι […]

Όλοι αυτοί, οι κατήδες ήταν αμόρφωτοι οι περισσότεροι και τις αποφάσεις […] τις εξέδιδαν, τις περισσότερες φορές, βασισμένοι στα […] κείμενα του κορανίου και, σύμφωνα» με την όποια «μόρφωσή τους», και αναλόγως με «το μπαξίσι που θα έπαιρναν από τους πλούσιους Τούρκους πασάδες» ή «μπέηδες που θίγονταν τα συμφέροντά τους έβγαζαν την απόφασή τους».

«Όπως ήταν φυσικό, ο πάσαλος δεχόμενος το βάρος του καταδίκου εισχωρούσε βαθιά και αφού τρυπούσε ολόκληρο το κορμί, έβγαινε από τη δεξιά πλευρά του λαιμού, πλάγια από το κεφάλι του, όπως ήθελαν οι δήμιοι.

Ο καθένας μπορεί να φανταστεί το μαρτύριο του δυστυχισμένου, ο οποίος ούρλιαζε φοβερά από τον αφόρητο πόνο και όσοι παρακολουθούσαν την εκτέλεση, το έβαζαν στα πόδια από το τρομαχτικό θέαμα και από τα ουρλιαχτά του.

Σιγά-Σιγά ο κατάδικος έχανε τις αισθήσεις του και ανάλογα με την αντοχή που είχε μπορούσε να ζήσει δύο και τρείς μέρες και αυτό οφειλόταν και στην πείρα των δημίων που τον εκτελούσαν.

Συνέβαινε, όμως, πολλές φορές, Τουρκάλες που επισκέπτονταν τα μιτζίρια (μνήματα) των Τούρκων ντονμέδων (αποστατών) που βρίσκονταν στην αρχή του εβραϊκού νεκροταφείου […] πάνω από το παλιό γήπεδο του ΠΑΟΚ […] πήγαιναν κρυφά από τους φύλακες και με μπαρδάκια που είχαν κρυμμένα στις βράκες […] τους έδιναν νερό και έτσι οι κατάδικοι πέθαιναν αμέσως.

Οι φύλακες που τις έβλεπαν τις ξυλοκοπούσαν άγρια, αυτές όμως συνέχιζαν και γιατί ήταν πονόψυχες και γιατί […] θεωρούσαν ότι έκαναν θεάρεστη πράξη για σεβασμό προς τους νεκρούς τους. Το 1909 με το Χουριέτ (σύνταγμα νεοτούρκων) όλοι οι κατήδες – ιεροδικαστές απομακρύνθηκαν και τη θέση τους πήραν μορφωμένοι ειρηνοδίκες».

Συμπερασματικά, λοιπόν, και βάσει της ιστορικής μνήμης ουδέποτε θα έπρεπε η κατεύθυνση των Μουσουλμανικών Σπουδών να στεγασθεί στο κτίριο της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ.

Ηθικά Μονοπώλια, Ευρωπαϊκές Ευαισθησίες και Αναισθησίες

Θα χρειαζόταν, σίγουρα, μια εκτενέστατη μελέτη για τα γραπτά του Πέτρου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και μια μικρότερη μελέτη δεν καταδεικνύει τη δομή της αντιθεολογικής στάσής του. Γράφει, λοιπόν, χαρακτηριστικά: «Η αλλαγή στην Ανατολική Ευρώπη το 1989 δεν αρκεί για να φέρει κανείς τις θρησκείες στο προσκήνιο.

Η ευρωπαϊκή κοινωνία είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη απέναντι στο θέμα του κινδύνου από τη θεοκρατία, το θρησκευτικό αυταρχισμό και την απολυταρχία οποιασδήποτε μορφής.

Η παραγωγή ηθικών αντιλήψεων δεν συνδέεται με την αυθεντική εκφορά από κάποιο φορέα, αλλά μέσα από τη λογική θεμελίωση και επεξεργασία, κατά την οποία ως κύριο στοιχείο λειτουργεί η ανθρώπινη ελευθερία». Και συνεχίζει: «Δεν υπάρχει μονοπώλιο και αυθεντική εκφορά του ηθικού προβληματισμού και ιδίως των ηθικών κανόνων».

Όσον αφορά το θέμα των ιστορικών ευρωπαϊκών αλλαγών, ως προς τη θρησκεία, καίρια απάντηση στον Πέτρου δίνει ο λογοτέχνης Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, τονίζοντας: «Στη γνώση του Θεού δεν υπάρχει παρελθόν και μέλλον, αλλά αδιάπτωτο παρόν». Συνεπώς, δεν υφίσταται ιστορικό παρασκήνιο ή προσκήνιο για την αλήθεια αυτής της γνώσης.

Τούτο μπορεί να συμβαίνει για τις θρησκείες, όπως λέγει ο Πέτρου, ποτέ όμως για την αποκάλυψη της αλήθειας του Θεού, την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Όσο για το πνεύμα της ευαισθησίας της ευρωπαϊκής κοινωνίας σχετικά με τις κοσμικού τύπου απολυταρχίες, αυτό ισχύει, εν πολλοίς, μόνο για το εσωτερικό των συγκεκριμένων κοινωνιών.

Η παραγωγή της εξωτερικής πολιτικής τους, φανερώνει, τις περισσότερες φορές, το ακριβώς αντίθετο.

Πιστεύοντας στον υπεράνθρωπο, εκεί που καθένας «εκ βαθέων αγαπά […] μόνο το παιδί του και το έργο του», όπως γράφει ο Νίτσε στο βιβλίο Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, επιθυμούν να κυριαρχήσουν παγκοσμίως, δήθεν ως φορείς του δικαίου, ως παγκόσμιες διαιτησίες, υπηρετώντας, όμως, ακραιφνώς τα συμφέροντά τους, γενόμενες απολυταρχικότερες των πλέον απολυταρχικών.

Τα ερείπια από τα παραδείγματα αυτά είναι γνωστά και πάμπολλα, άλλα χρονίζοντα και άλλα πιο πρόσφατα‧ Κύπρος, Βόρειος Ήπειρος, Παλαιστίνη, Υεμένη, χώρες του λεγομένου, εκ της δυτικής ευαισθησίας (!), τρίτου κόσμου κ.α..

Μόνο μερικά δημοσιεύματα να διαβάσει κάποιος σχετικά με το δράμα της Υεμένης, αμέσως καταλαβαίνει την αναισθησία του δυτικού, συνεπώς και του ευρωπαϊκού, παραφθορικού πνεύματος.

«Το Μάρτιο του 2017, το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα ανέφερε ότι ενώ η Υεμένη δεν είναι ακόμη σε κατάσταση πλήρους πείνας, το 60% των κατοίκων της», δηλαδή 17 εκατομμύρια άνθρωποι, «βρίσκονται σε καταστάσεις κρίσης ή έκτακτης ανάγκης.

Τον Ιούνιο του 2017 επανεμφανίστηκε η επιδημία χολέρας η οποία ευθύνεται για ένα νεκρό ανά ώρα στην Υεμένη μέχρι τα μέσα Ιουνίου.

Στα μέσα Ιουνίου υπήρξαν 124.000 περιπτώσεις και 900 θάνατοι σε 20 από τις 22 επαρχίες της Υεμένης. Έως τις 24 Ιουνίου 2017, οι συνολικές περιπτώσεις χολέρας στη χώρα υπερέβησαν τις 200.000, με 1.300 θανάτους […]

Όπως και στην περίπτωση της Κατεχόμενης Παλαιστίνης, για άλλη μια φορά, η Δύση ή άλλως ‘‘Διεθνής Κοινότητα’’ τηρεί δύο μέτρα και δύο σταθμά στην αντιμετώπιση της διάπραξης εγκλημάτων πολέμου, όταν αυτά είναι σε συμφωνία με το συμφέρον της Δύσης στην περιοχή».

Στο σημείο αυτό, υπενθυμίζουμε το δράμα της Κύπρου και την αντίσταση του μεγάλου νεοέλληνα δημιουργού Ζήσιμου Λορεντζάτου, τον Μάρτιο του 1954, όταν αρνήθηκε «να αποκαλέσει αντάρτες τους αγωνιστές της ΕΟΚΑ» και, ως εκ τούτου, παραιτήθηκε από το ΒΒC. «Η παραίτησή του» δεν έγινε «αρχικά αποδεκτή, μέχρι τις 30 Μαΐου, οπότε οι αγγλικές αρχές» αποφάσισαν «λίγες μέρες αργότερα, να τον απελάσουν στη Γαλλία», δίνοντάς του «περιθώριο 24 ωρών για να φύγει από τη χώρα». Τέτοια η ευρωπαϊκή ευαισθησία έναντι της απολυταρχίας!

Όσο για το θέμα της αυθεντικής εκφοράς «ηθικών αντιλήψεων» από περισσότερους του ενός φορείς, θα απαντούσαμε, στον Πέτρου, με το χωρίο του Προφήτη Ησαΐα, το οποίο μας υπενθυμίζει ο Αλέξανδρος Κοσματόπουλος: «πᾶσα σάρξ χόρτος, καὶ πᾶσα δόξα ἀνθρώπου ὡς ἄνθος χόρτου‧ ἐξηράνθη ὁ χόρτος, καὶ τὸ ἄνθος ἐξέπεσε, τὸ δὲ ῥῆμα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν μένει εἰς τὸν αἰῶνα».

«Μπροστά στο φως του Ευαγγελίου το οικοδόμημα του κόσμου τούτου θα σαρωθεί, για να ανατείλει το φως το της γνώσεως», συνεχίζει ο θεσσαλονικιός δημιουργός, επισημαίνοντας παρακάτω: «Στους τρεις πειρασμούς του Ιησού περικλείεται η ιστορία του κόσμου, αλλά και η στάση εκείνου που μοναδική του επιθυμία είναι να πορευτεί στα βήματα του Χριστού».

Επιλεγόμενα

Τη χριστοφιλική πορεία, όπως φάνηκε από τα γραπτά του, αρνούνταν να ακολουθήσει ο μεταπατερικός και μεταχριστιανικός Πέτρου.

Για αυτό καθένας αναρωτιέται, πώς ο συγκεκριμένος καθηγητής υπηρέτησε, επί χρόνια, στη Θεολογική Σχολή ΑΠΘ; Πρότασή μας, λοιπόν, αποτελεί η συγγραφή μιας ειδικής μονογραφίας, για την περαιτέρω διερεύνηση των γραπτών του κειμένων, ως προς την παραφθορά-αποδόμηση, εκ μέρους του, της Ορθόδοξης Θεολογίας.


1.Α΄ Κορ. 10,4: «καὶ πάντες τὸ αὐτὸ πόμα πνευματικὸν ἔπιον· ἔπινον γὰρ ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης πέτρας, ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός».
2.Ιωάννης Πέτρου, Κοινωνιολογία, Μπαρμπουνάκης, Θεσσαλονίκη 22016, σ. 425-426.
3.Ιωάννης Πέτρου, Κοινωνιολογία, σ. 184.
4.Ιωάννης Πέτρου, Θεολογία και κοινωνική πρακτική, Μια αναστοχαστική θεώρηση, Σύνθεσις τχ. 2, 2012, σ. 114.
5. Νικόλαος Καβάσιλας, «Ὁμιλία εἰς τὸ σωτήριον πάθος», στο βιβλίο, Νικόλαος Καβάσιλας, Λόγοι, επιμ. Βασ. Ψευτογκάς, Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 181.
6.Νίκος Ματσούκας, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Γ΄, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 267-268.
7.Ιωάννης Πέτρου, Θεολογία και κοινωνική πρακτική, Μια αναστοχαστική θεώρηση, σ. 114-115.
8.Ιωάννης Κουρεμπελές, Ηδονοδοξία, Αλτιντζής, Θεσσαλονίκη 2019, σ. 168: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει, κατά τον Πέτρου, υποχρεώσεις να ‘‘εκτελέσει’’ και ΄΄προοδευτικές εντολές’’, όπως τις δικές του, να εκπληρώσει, οφείλοντας μάλιστα να αισθάνεται αυτή σαν παιδίσκη που τη μαλώνει ο ‘‘ακαδημαϊκός δάσκαλος’’ δήθεν για καλό της. Αν μετρήσει κανείς τα πρέπει προς την Ορθοδοξία σε δοκίμια τέτοιων γραφών, μπορεί να χτίσει τον πύργο μιας απέραντης πιετισμικής Βαβέλ που απευθύνεται ως υποχρεωτικό μάθημα στην Ορθοδοξία».
9. Αλέξανδρος Σταυρόπουλος, «Οι θεολογικές σπουδές στην Ελλάδα, προοπτικές μέλλοντος», http://www .ecclesia.gr/greek/holysynod/commitees/worship/theologikes_spoudes.htm, ανάκτηση 5/9/2019 (Οι υπογραμμίσεις δικές μας).
10. Ιωάννης Πέτρου-Νίκος Μαγγιώρος, «Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ, Από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα (Ιστορία-Νομοθεσία-Πρόσωπα»,https://www.theo.auth.gr/sites/default/files/attachments/istoriko_tmimatos.pdf, σ. 180-181, ανάκτηση 24/8/2019.
11.ΣτΕ, Απόφαση Α194/1984, Τμήμα Β΄, 18/1/1984.
12. ΣτΕ, Ν194/1984, Η κατά το άρθρον 52 παρ. 2 του Ν. Δ/τος 170/73 Επιτροπή του Συμβουλίου της Επικρατείας, 19/6/1984.
13.«Ομότιμος-Επίτιμος Καθηγητής», Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, http: //pr.web.auth.gr/el/honorary, ανάκτηση 25/8/2019. Σύμφωνα, μάλιστα με τα λεγόμενα του καθηγητή Δογματικής, του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ, Ιωάννη Κουρεμπελέ: «ο τρόπος γραφής», του Πέτρου, «είναι ουσιαστικά ένας τρόπος αποθεολογικοποίησης που εναντιώνεται στην Ορθοδοξία, πράγμα το οποίο φαίνεται ξεκάθαρα κάθε φορά που αναγκάζεται ο […] κοινωνισμικός λόγος» του «να κάνει παραπομπή στη θεολογία (Ιωάννης Κουρεμπελές, Ηδονοδοξία, σ. 168-169).
14.«Ποιοι καθηγητές του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ ψήφισαν ΝΑΙ και ποιοι ΟΧΙ στην ίδρυση Τμήματος Ισλαμικών Σπουδών», http://aktines.blogspot.com/2014/03/blog-post_14.html, ανάκτηση 27/8/2019.
15.Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Θεολογίας, Εισαγωγική Κατεύθυνση Μουσουλμανικών Σπουδών, Οδηγός Προπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών 2017-2018, σ. 13.
16.Λάμπρος Σιάσος, «Ο καθηγητής Δογματικής Θεολογίας του ΑΠΘ Λ. Σιάσος στο Αγιορείτικο Βήμα για το τμήμα ισλαμικών σπουδών», Συνέντευξη στον Μάνο Χατζηγιάννη, www.vimaothodoxias.gr, 2/4/2014, ανάκτηση 1/9/2019: «‘‘Οιονεί τμήμα ισλαμικών σπουδών μέσα στο τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ’’. Η φράση αυτούσια προέρχεται από e-mail-non paper- ανυπόγραφο έγγραφο του υπ. Παιδείας προς το τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ. Το ιστορικό της πολιτικής προτάσεως, η επεξεργασία της από ειδική επιτροπή του τμήματος και η υπερψήφισή της από το τμήμα Θεολογίας, όλα αυτά έχουν γίνει γνωστά, έχουν αποτελέσει αντικείμενο σφοδρής κριτικής. Στα όργανα του τμήματος και δημοσίως στα δίκτυα. Εκείνο που λείπει από τη δημόσια συζήτηση, εκείνο που σκοπίμως παρακάμπτεται εξ αρχής από τους θεσμικούς εκπορευτές, από τους διαχειριστές ή μήπως και διεκπεραιωτές, εκείνο που απεκρύβη επιμελώς είναι κάποιες πολιτικές, αφανείς σκοποθεσίες αυτού του ιταμού τολμήματος».
17. Βλ. ενδεικτικά, Τμήμα Θεολογίας, Εισαγωγική Κατεύθυνση Μουσουλμανικών Σπουδών, Οδηγός ΠροπτυχιακούΠρογράμματος Σπουδών 2017-2018, 18.https://www.theo.auth.gr/sites/default/files/news/OS__EKMS.pdf, ανάκτηση 31/8/2019.
https://www.minedu.gov.gr/news/42619-27-08-19-anakoinosi-apotelesmaton-ton-panelladikon-eksetaseon-gia-eisagogi-stin-tritovathmia-ekpaidefsi-3, ανάκτηση 31/8/2019.
19.Λάμπρος Σιάσος, «Ο καθηγητής Δογματικής Θεολογίας του ΑΠΘ Λ. Σιάσος στο Αγιορείτικο Βήμα για το τμήμα ισλαμικών σπουδών», Συνέντευξη στον Μάνο Χατζηγιάννη, www.vimaothodoxias.gr.
20.Ιωάννης Πέτρου, Κοινωνιολογία, σ. 240: «το κράτος […] έχει υποχρέωση να παρεμποδίζει τις παραβατικές ενέργειες, ιδίως φθορές σε δημόσια ή ιδιωτική περιουσία, και να διώκει αυτούς που τις πραγματοποιούν» (η υπογράμμιση δική μας).
21.Ιωάννης Πέτρου, Κοινωνιολογία, σ. 239.
22.Χρίστος Ζαφείρης, «Το πρώτο γήπεδο του ΠΑΟΚ στο χώρο της πανεπιστημιούπολης», https: //thessmemory.wordpress.com, 8/1/2016, ανάκτηση 1/9/2019.
Ευάγγελος Βενέτης, «Υεμένη όπως Γάζα: Η ανθρωπιστική κρίση στην Υεμένη και η σιωπή της Δύσης», www.insider.gr, 19/6/2018, ανάκτηση 31/8/2019.
23.Γεώργιος Σταμπουλής, Θεσσαλονίκη, Διόσκουροι, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 145-146.
24. Ιωάννης Πέτρου, Κοινωνιολογία, σ. 364.
25.Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Το Αναγνωστικό των Ευαγγελίων, Πατάκης, Αθήνα 2017, σ. 27-28.
26.Φρίντριχ Νίτσε, Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, μτφ. Ζήσης Σαρίκας, Νησίδες, Σκόπελος 1998, σ. 157.
27.Ευάγγελος Βενέτης, «Υεμένη όπως Γάζα: Η ανθρωπιστική κρίση στην Υεμένη και η σιωπή της Δύσης», www.insider.gr, 19/6/2018, ανάκτηση 31/8/2019.
28.Ν.Π.Παΐσιος, «Χρονολόγιο Ζήσιμου Λορεντζάτου, 1915-2004», περ. Νέα Εστία, Φεβρουάριος 2006, σ. 337.
29.Ησαΐας, 40, 6-8‧ πρβλ. Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Το Αναγνωστικό των Ευαγγελίων, Πατάκης, Αθήνα 2017, σ. 28.
30.Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Το Αναγνωστικό των Ευαγγελίων, σ. 35.
31.Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Το Αναγνωστικό των Ευαγγελίων, σ. 37.



Πηγή

Απάντηση